«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Ἰησοῦς Χριστός (Ἰωάν. ιστ΄33).

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Πότε εἶναι χαρούμενος ὁ Κύριος καὶ Θεός μας;

 H παραβολή του ασώτου υιού – NGradio.gr

 

 

Ὅταν εἴμαστε βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καὶ προσπαθοῦμε νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές Του, συμμετέχουμε στὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἑκκλησίας μας, ἐξομολογούμαστε, νηστεύουμε, κοινωνοῦμε καὶ προσευχόμαστε, ἔχουμε Χριστιανική ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο καὶ ταπείνωση, καλλιεργώντας τὶς θεόσδοτες ἀρετές, ποιώντας θεάρεστα ἔργα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὡφέλεια τοῦ πλησίον.

Ἐπίσης, ὅταν μελετᾶμε τὴν Ἁγία Γραφή καὶ τὰ θεολογικά συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, τοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ ἄλλα ὀρθόδοξα βιβλία.  Ὅταν ψάλλουμε καὶ δοξάζουμε τὸν Θεό, ὅταν κάνουμε παράκληση στὴν Παναγία μας, στοὺς Ἀγίους καὶ στοὺς Ἀγγέλους. Ὅταν διαβάζουμε τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυίδ. Ὄταν λέμε τὴν καρδιακὴ προσευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ὅταν συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ὅταν νικᾶμε τὴν ἀμαρτία πράττοντας τὴν ἀρετή. Ὅταν βοηθοῦμε συνανθρώπους μας νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὅταν πηγαίνουμε σὲ ἀγρυπνίες, καὶ δεχόμαστε τὶς οὐράνιες εὐλογίες μὲ τὸν ἐκκλησιασμό.

Ἡ Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία χαίρεται πολύ, ὅταν ἕνας ἁμαρτωλὸς μετανοήσει καὶ  ἔλθει στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Πνευματικοῦ τοῦ πατέρα γιὰ τὴ σωτηρία του!

Καλή μετάνοια!

Καλὸν ἀγώνα!

 


Παρασκευή 5 Μαΐου 2023

Λόγος εἰς τὴν Φωτοφόρον καὶ Ἁγίαν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου - Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης

 


 1. «Εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός» (Λουκ. α´ 68). Ἂς ποῦμε ἐπαινετικὰ λόγια σήμερα στὸ Μονογενῆ Θεό, τὸν δημιουργὸ τῶν οὐρανίων πραγμάτων, Αὐτὸν ποὺ ἔσκυψε στὶς μυστικὲς ἐκτάσεις τῆς γῆς καὶ μὲ τὶς φωτεινὲς ἀκτῖνες Του φώτισε ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἂς ποῦμε ὕμνους σήμερα γιὰ τὴν Ταφὴ τοῦ Μονογενῆ, τὴν Ἀνάσταση τοῦ Νικητῆ, τὴ χαρὰ τοῦ κόσμου, τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἐθνῶν (Ἰωάν. ιστ´ 20, Λουκ. β´ 10). Ἂς ὑμνήσουμε σήμερα αὐτὸν ποὺ φόρεσε τὴν ἁμαρτία (Β´ Κορ. ε´ 21). Ἂς ποῦμε εὔφημα λόγια σήμερα στὸ Θεὸ Λόγο, ποὺ ντρόπιασε τὴ σοφία τοῦ κόσμου (Α´ Κορ. α´ 20) ἐπιβεβαίωσε τὴν πρόρρηση τῶν Προφητῶν, συγκέντρωσε τὸν ὅμιλο τῶν Ἀποστόλων, διέδωσε τὴν πρόσκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ Χάρη τοῦ Πνεύματος. Διότι νὰ ἡ ἀπόδειξη, ἐμεῖς, ποὺ κάποτε ἤμασταν ξένοι ἀπὸ τὴ βαθειὰ γνώση τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. β´ 13,19), γνωρίσαμε τὸν Θεὸ καὶ ἐκπληρώθηκε τὸ γραμμένο, «θὰ θυμηθοῦν καὶ θὰ στραφοῦν στὸν Κύριο ὅσοι κατοικοῦν στὶς ἄκρες της γῆς καὶ θὰ πέσουν νὰ τὸν προσκυνήσουν ὅλες οἱ φυλὲς τῶν ἐθνῶν» (Ψαλμ. κα´ 28).

2. Τί νὰ θυμηθοῦν; Τὴν παλιὰ πτώση, τὴ νέα ἀνάσταση, τὴν ἀρχαία παράβαση καὶ τὴ μετὰ διόρθωση, τὸν θάνατον τῆς Εὔας, τὴ γέννηση τῆς Παρθένου Μαρίας, τὴν ἀποκατάσταση τῶν ἐθνῶν, τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτωλῶν, τὴν πρόρρηση τῶν Προφητῶν, τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, τὴν ἀναγέννηση τῆς κολυμβήθρας (Ἰωαν. ε´ 1-30), τὴν εἴσοδο στὸν παράδεισο, τὴν ἐπιστροφὴ στοὺς οὐρανούς, τὸ δημιουργὸ ποὺ ἀναστήθηκε, Ἐκεῖνον ποὺ ξεντύθηκε ὅσα δὲν τοῦ ἔπρεπαν, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὴ θεϊκή Του μεγαλοσύνη μετέτρεψε τὸ φθαρτὸ σὲ ἀφθαρσία. Καὶ ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποῦ τὰ ἀπομάκρυνε, γιατί δὲν τοῦ ἔπρεπαν; Ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ὁ Ἡσαΐας: «Τὸν εἴδαμε καὶ δὲν εἶχε ὀμορφιὰ οὔτε κάλλος, ἀλλὰ τὸ πρόσωπό Του ἦταν ἀτιμασμένο καὶ στερημένο ἀπὸ ὡραιότητα πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους» (Ἡσ. νγ´ 2-3).

3. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν συναναστρεφόταν τοὺς ἀσεβεῖς Ἰουδαίους, ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καὶ δαιμονισμένο (Ἰωάν. η´ 48). Ὅταν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης καὶ ὅσοι τοὺς γέννησε τὸ σκοτάδι, κρατοῦσαν αὐτὸν ποὺ δὲ χωράει πουθενὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν. Δὲν ἔλεγε ἄδικα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος γι᾿ αὐτούς, «Ἐσᾶς ποῦ σᾶς γέννησαν οἱ ὀχιές, ποιὸς σὰς συμβούλευσε νὰ ξεφύγετε τὴ μελλοντικὴ ὀργή;» (Ματθ. γ´ 7). Διότι πραγματικὰ θὰ μείνει πάνω τους ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.

4. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν τὸν ἀντιμετώπιζαν Αὐτόν, τὸ βλαστὸ τῆς ἐπιείκειας, μὲ ῥαπίσματα καὶ ζητοῦσαν ἀπαντήσεις μὲ ὅρκους ἀπὸ Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὁ δικαστὴς τῶν ὅρκων (Μαρκ. ιδ´ 65).

5. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν δίκαζαν τὸ δικαστὴ καὶ ἔκριναν τὸν Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ δοῦλος ρωτοῦσε καὶ ὁ Κύριος σιωποῦσε, τὸ φῶς ἡσύχαζε καὶ τὸ σκοτάδι θριαμβολογοῦσε, τὸ δημιούργημα ἔδειχνε θράσος καὶ ὁ Δημιουργὸς ἔδειχνε ὑπομονή.

6. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν οἱ ταῦροι χτυποῦσαν μὲ τὰ κέρατα καὶ ὁ ταῦρος στεκόταν ἥσυχος, ὅταν τὸ λιοντάρι ὠρυόταν καὶ οἱ ταῦροι στέκονταν ἀγέρχοι, ὅπως ἔχει γραφεῖ στοὺς ψαλμούς, «Μὲ περικύκλωσαν πολλὰ καὶ μὲ τριγύρισαν ταῦροι καλοθρεμμένοι. Ἄνοιξαν τὸ στόμα τοὺς ἐναντίον μου, ὅπως τὸ λιοντάρι ποὺ ἁρπάζει καὶ ὠρύεται» (Ψαλμ. κα´ 12).

7. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν γάβγιζαν τὰ σκυλιὰ καὶ ὁ Δεσπότης ἔδειχνε ἀνοχή. Ὅταν οἱ λύκοι ἅρπαζαν καὶ τὸ πρόβατο δὲν ἔφερνε ἀντίσταση. Ὅταν ὁ λῃστὴς δεχόταν πρόσκληση στὴ ζωή, ἐνῷ ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου συρόταν στὸ θάνατο. Ὅταν ἔβγαζαν ἐκείνη τὴν ἄτακτη καὶ ὀλέθρια φωνή, «θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ Τον. Τὸ αἷμα Του πάνω μας καὶ στὰ παιδία μας» (Ἰωάν. ιθ´ 15, Ματθ. κζ´ 25), οἱ φονιάδες τοῦ Κυρίου καὶ τῶν προφητῶν, οἱ θεομάχοι, οἱ μισόθεοι, οἱ ὑβριστὲς τοῦ νόμου, οἱ πολέμιοι τῆς χάριτος, οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου, τὰ γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν, οἱ ψιθυριστές, οἱ κατήγοροι, οἱ σκοτισμένοι στὴ διάνοια, ἡ ζύμη τῶν Φαρισαίων (Ματθ. ιστ´ 6, Μαρκ. η´ 15, Λουκ. ιβ´ 1), τὸ συνέδριο τῶν δαιμόνων, οἱ μιαροί, οἱ κακότατοι, οἱ ψιθυριστές, οἱ μισόκαλοι. Καὶ δίκαια φώναζαν «θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ Τον», διότι τοὺς βάραινε ἡ παρουσία τῆς Θεότητος μὲ σάρκα καὶ τοὺς στενοχωροῦσε ὁ ἔλεγχος γιὰ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Εἶναι συνήθεια οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μισοῦν τὴ συναναστροφὴ μὲ τοὺς δικαίους.

8. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν φραγγέλωσαν καὶ βασάνισαν τὸ ἅγιο σῶμα Ἐκείνου ποὺ ὑπέφερε τὰ πάθη μὲ τὴ θέλησή Του, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὶς παλιὲς πληγὲς τῶν ἁμαρτημάτων μας. Ὅταν σήκωνε τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἐπάνω στοὺς ὤμους Του, τρόπαιο κατὰ τοῦ διαβόλου. Ὅταν φοροῦσαν ἀγκάθινο στεφάνι σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ στεφανώνει ὅσους πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν. Ὅταν ἔντυσαν μὲ πορφύρα περιπαιχτικὰ Αὐτὸν ποὺ χαρίζει ἀφθαρσία σὲ ὅσους ξαναγεννιοῦνται μὲ νερὸ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο (Ἰωαν. γ´ 5, Ματθ. κζ´ 48). Ὅταν κάρφωσαν στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ Αὐτὸν ποὺ εἶναι Κύριος της ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.

9. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες θριάμβευαν περιπαίζοντας τὸ Δεσπότη τῆς οὐρανίας στρατιᾶς τῶν Ἀγγέλων.

10. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν ἔδεσαν σὲ καλάμι σπόγγο γεμάτο ξύδι καὶ Τὸν πότισαν καὶ ἔδιναν χολὴ σ᾿ Αὐτὸν ποὺ τοὺς ἔρριξε τὸ μάνα (Ἐξ. ιστ´ 13-15). Ὅταν ἔσπαζαν οἱ πέτρες καὶ σκιζόταν τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ κατάπληκτα ἀπὸ τὸ θράσος τῶν ἀσεβῶν. Ὅταν ὁ ἥλιος πενθοῦσε καὶ ντυνόταν τὸ σκοτάδι σὰν σάκο, πενθώντας τὴν πτώση τῶν Ἰουδαίων. Διότι ἡ ἡμέρα θρηνοῦσε τὶς συμφορὲς τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ἡ Ζωή, δηλαδὴ ὁ Χριστός, ἦταν κρεμασμένος ἀνάμεσα σὲ δυὸ Λῃστές, καὶ ὁ ἕνας Τὸν χλεύαζε καὶ Τὸν κατηγοροῦσε, ὁ δὲ ἄλλος μὲ τὴ μετάνοιά του ἅρπαζε τὸν Παράδεισο (Λουκ. κγ´ 39-43).

11. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν τὸ σῶμα παραδινόταν γιὰ νὰ ταφεῖ.

12. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες Τὸν φύλαγαν καὶ ἡ γῆ ἔκρυβε Αὐτὸν ποὺ στήριξε τὴ γῆ ἐπάνω στὰ νερὰ (Γεν. α´ 9). Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι κρύβονταν, μὴν μπορώντας νὰ ὑποφέρουν τοὺς πολλοὺς πειρασμούς.

13. Ὅμως πρόσεχε, ἀγαπητέ, τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ κατορθώματα τῆς χαρᾶς ποὺ ἦλθε μετὰ τὸ πάθος. Ὁ ἀτιμασμένος μεταβαλλόταν σὲ ἔνδοξο καὶ ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου ἀνασταίνεται ἄφθαρτη μαζὶ μὲ τὸ σῶμα. Τότε εἶχε ὠδῖνες τοκετοῦ ἡ γῆ καὶ κυοφόρησε ἡ ἡμέρα. Καὶ ὁ θάνατος ἀπέβαλε τὴ ζωὴ τῶν ὅλων. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν ὁ θάνατος νὰ κρατήσει Ἐκεῖνον ποὺ κρατᾷ τὰ πάντα μὲ τὸ λόγο Του.

14. Ἂς γιορτάσουμε, λοιπόν, τὴ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ προξένησε τὴν αἰώνια ζωή. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς ἡ Θεοτόκος Μαρία δὲ δοκίμασε παρθενικὲς ὠδῖνες ἀνύμφευτης κόρης, ἀλλὰ μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γέννησε τὸ Δημιουργὸ τῶν αἰώνων, τὸ Θεὸ Λόγο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεό, ἔτσι καὶ ἡ γῆ ἀπὸ τὴν κοιλιά της, καταργώντας τὶς ὠδῖνες τοῦ θανάτου (Πραξ. β´ 24) ἄφησε, ὅταν διατάχθηκε, ἐλεύθερο τὸν Κύριο τῶν Ἰουδαίων. Γιατί δὲν μποροῦσε νὰ κρατᾷ σῶμα τὸ ὁποῖο φέρνει τὴν ἀθανασία. Σκεπτόμενος, λοιπόν, ὁ προφήτης Δαβὶδ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ μεγαλείου, τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου, τὴν ἐλευθερία ὅταν πρὶν ἦταν δοῦλοι, φωνάζει καὶ λέει: «Βασίλευσε ὁ Κύριος, φόρεσε τὸ μεγαλεῖο Του» (Ψαλμ. πβ´ 1).

15. Ποιὸ μεγαλεῖο ντύθηκε ὁ Κύριος; Τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία, τὸν ὅμιλο τῶν Ἀποστόλων, τὸ στεφάνι τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν προδίδει πλέον ὁ Ἰούδας, δὲν ἀπειλεῖ πλέον ὁ Καϊάφας, δὲν ὁπλίζεται πλέον ὁ Ἡρῴδης γιὰ νὰ σφάξει τὰ παιδιά, δὲ δικάζει πλέον ὁ Πιλᾶτος, οὔτε φυλακίζουν πλέον οἱ Ἰσραηλῖτες. Τὸ φθαρτὸ ἔγινε ἄφθαρτο κι Ἐκεῖνος ποὺ Τὸν θεωροῦσαν μόνο ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀποδείχθηκε ἀληθινὸς Θεός. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς φωνάζουμε: «Θάνατε, ποῦ εἶναι τὸ κεντρί σου; Ἅδη, ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. ιε´ 55). «Ὁ Κύριος βασίλευσε, φόρεσε τὸ μεγαλεῖο Του, ντύθηκε καὶ ζώσθηκε δύναμη» (Ψαλμ. πβ´ 1). Δύναμη λέει τὸ σχέδιο σωτηρίας μὲ τὴν ἔνσαρκη παρουσία Του, γιατί δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ δυνατὸ ἀπὸ αὐτήν. Ὁ ἀσώματος νίκησε μὲ τὸ σῶμα Του τοὺς δαίμονες, μὲ τὸ σταυρὸ καταπολιόρκησε τὶς ἐχθρικὲς δυνάμεις.

16. Δηλαδή, ἐπειδὴ στὴν ἀρχὴ συγκλόνιζε τὴ γῆ ἡ ἁμαρτία, ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως προεῖπε, τὴ στερέωσε μὲ τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιὰ νὰ μὴ βαδίζει πλέον στὸν γκρεμὸ τῆς καταστροφῆς, οὔτε νὰ τὴ δέρνουν οἱ Χειμῶνες τῆς πλάνης. Καὶ μάρτυρα σ᾿ αὐτὰ ποὺ λέμε ἂς φέρουμε τὸν μακάριο Παῦλο, ποὺ λέει τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸ τὸ φθαρτὸ πρέπει νὰ ντυθεῖ ἀφθαρσία, καὶ αὐτὸ τὸ θνητὸ πρέπει νὰ ντυθεῖ ἀθανασία» (Α´ Κορ. ιε´ 53). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμῳδὸς λέει: «Εἶναι ἕτοιμος ἀπὸ τότε ὁ θρόνος Σου, Ἐσὺ ὑπάρχεις αἰώνια» (Ψαλμ. πβ´ 2), καὶ ὁ Δανιήλ: «Ἡ βασιλεία Σου εἶναι βασιλεία ὅλων τῶν αἰώνων, ἂς γεμίσουν ἀπὸ εὐφροσύνη πολλὰ νησιά» (Ψαλμ. πστ´ 1), γιατί σ᾿ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δοξολογία καὶ ἡ δύναμη στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

 

 Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης 

Πηγή: ἐδῶ 

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

Σύντομος Βίος τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ὑμνογράφου

 



Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας πληροφορηθεῖσα τήν ἀναγραφήν εἰς τάς ἁγιολογικάς δέλτους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ὑμνογράφου, τοῦ καί Μικραγιαννανίτου, Γέροντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου ἡμῶν Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας κ. Παντελεήμονος, ὑπό τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ περιπύστου Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου, ἀπεφάσισε να σημάνουν περί ὥραν 6:00 μ.μ. χαρμοσύνως κωδωνοκρουσίαι.

Τήν αὐτήν ὥραν ὁ Σεβασμιώτατος θά χοροσταστήσει εἰς τόν Ἑσπερινόν καί τήν Παράκλησιν τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Ἰατροῦ ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Παναγίας Δοβρᾷ, ἔνθα θά τελέσει εὐχαριστήριον δοξολογίαν ἐπί τῷ ἀγγέλματι τῆς ἁγιοκατάταξεως τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ὑμνογράφου.

Μετ’αἰσθημάτων εὐγνωμοσύνης καί τοῦ προσήκοντος υἱϊκοῦ σεβασμοῦ, ἡ τοπική ἡμῶν Ἐκκλησία ἐξ ὀνόματος τῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ Ὁσίου Γέροντος ἐκφράζει τάς ὁλοθύμους εὐχαριστίας πάντων πρός τό Πάνσεπτον Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί τήν Σεπτήν Αὐτοῦ Κορυφήν, τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον καί τήν περί Αὐτόν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον διά τήν ἐν λόγῳ Συνοδικήν καί Πατριαρχικήν Ἀπόφασιν καί τόν στολισμόν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς εὐπρεπείας τῶν νεοφανῶν Ἀγίων.

Σύντομος Βίος τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ὑμνογράφου

Ὁ Ὁσιος Γεράσιμος (κατά κόσμον Ἀναστάσιος - Ἀθανάσιος  Γραῖκας) γεννήθηκε τήν 5ηνΣεπτεμβρίου 1903 στό χωριό Δρόβιανη τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ὑπῆρξε τό πρῶτο τέκνο τῆς εὐσεβοῦς οἰκογενείας τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Ἀθηνᾶς. Ἀπό τά παιδικά του χρόνια ἔδειξε τήν φιλομάθειά του καί τό ἰδιαίτερο χάρισμα τῆς εὐστροφίας καί ἐπίδοσης στά μαθήματα τοῦ σχολείου. Ὀλοκλήρωσε τίς ἐγκύκλιες σπουδές του στήν Ἀθήνα, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο ἐπίσκοπο Πενταπόλεως.

Στήν καρδιά τοῦ φιλομαθοῦς νέου εἶχε  ἀνάψει ἀπό νωρίς ὁ πόθος τῆς μοναχικῆς ἀφιέρωσης, ἔτσι ἀξιοποίησε τήν εὐκαιρία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί ἀκολούθησε στό Ἅγιον Ὄρος ἕναν μοναχό πού συνάντησε τυχαία στήν Ἀθήνα. Ὁ Θεός κατεύθυνε τά βήματα του στήν δυσπρόσιτη περιοχή τῆς Σκήτης τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου καί ἔβαλε μετάνοια ὡς δόκιμος μοναχός καί στίς 20 Ὀκτωβρίου 1924 δέχθηκε τήν μοναχική κουρά. 

Ὡς μοναχός πλέον, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἐξασκεῖ τήν ἀρετή τῆς ὑπακοῆς καί ἀσκεῖται πνευματικά μέ τίς ὑποδείξεις τοῦ Γέροντά του. 

(Ὁ Θεός, ὅμως εἶχε καλέσει στό Ἅγιον Ὄρος τόν νεαρό μοναχό Γεράσιμο γιά νά διαπρέψει σέ ὑψηλότερα ἐπίπεδα ἄσκησης.) Λίγα χρόνια μετά τήν κουρά του ὁ Γέροντας τοῦ Κελλιοῦ του ἐγκαταλείπει τό Ἅγιον Ὄρος ἐξαιτίας τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου καί τῶν τότε ἐρίδων καί ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ζεῖ πλέον βίο ἡσυχαστικό καί ἐρημιτικό «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ». Ἀναζητᾶ τήν πνευματική καθοδήγηση στούς φωτισμένους πατέρες τῶν γύρω Κελλιῶν καί ζεῖ μέ τήν ἄνωθεν παρηγορία θείων ἐλλάμψεων καί ὁπτασιῶν. Ὅταν τόν καλεῖ ἡ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἀννης στήν ὁποία ἀνήκει, σπεύδει μέ ὑπακοή νά ἀναλάβει διακονήματα καί καθήκοντα, ἐνῶ δέν παραλείπει ποτέ τό ἡσυχαστικό του πρόγραμμα. Τό 1966 ὁ Ὅσιος Γεράσιμος δέχεται τόν μακαριστό ἱερομόναχο Γέροντα Διονύσιο Μικραγιαννανίτη καί συστήνουν μαζί μία εὐλογημένη Συνοδεία πού γρήγορα ἀνθεῖ καί καρποφορεῖ. 

Ὁ Θεός προίκισε τόν Ὅσιο Γεράσιμο μέ τόν χάρισμα τῆς Ὑμνογραφίας. Συνέθεσε τόν πρῶτο κανόνα γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί ζήτησε τήν γνώμη φωτισμένων Γερόντων καί μέ τήν δική τους παρότρυνση καί εὐλογία ξεκίνησε τήν παραγωγή ἑνός ὑμνογραφικοῦ ἔργου παραδοσιακοῦ σέ ποιότητα καί μοναδικοῦ σέ ποσότητα. Ἡ Ἐκκλησία ἀμέσως ἀποδέχθηκε καί ἐνσωμάτωσε τά ὑμνογραφικά πονήματά του στήν λατρευτική της ζωή καί τίμησε τόν Ὅσιο Γεράσιμο ἀναδεικνύοντας τό ἔργο του. Τό 1959 ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας τοῦ ἀπένειμε τό ὀφφίκιον τοῦ Ὑμνογράφου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐπιπρόσθετα, ἔλαβε γιά τό ὑμνογραφικό του ἔργο διακρίσεις καί παράσημα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καί τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.  Ταυτόχρονα, τό ἔργο του ἔτυχε καί τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναγνώρισης καθώς τό 1953 ἔλαβε εὔφημο μνεία καί τό 1968 μετάλλιο ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. 

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος στό ταπεινό κελλάκι του βίωσε θαυμαστές καταστάσεις καί οὐράνιες ἐπισκέψεις. Σέ χειρόγραφο σημείωμα του πού βρέθηκε μετά τήν ὁσιακή κοίμησή του ἀναφέρει ὅτι εἶδε τόν Κύριο «λάμποντα ὑπέρ χιλίους ἠλίους», ἐνῶ μέ ἰδιαίτερη φειδῶ ἀποκάλυψε σέ πνευματικά του τέκνα τίς οὐράνιες ἐπισκέψεις πού δέχθηκε ἀπό τήν Κυρία Θεοτόκο, τόν Τίμιο Πρόδρομο, τούς Ὁσίους Διονύσιο καί Μητροφάνη τῶν ὁποίων τόν σπηλαιώδη Ναό ἐπανοικοδόμησε καθώς καί ἀπό πολλούς Ἁγίους τῶν ὁποίων συνέγραψε τίς ἀκολουθίες ὅπως τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις, τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης καί πολλῶν ἄλλων. 

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος μέχρι τήν ἡλικία τῶν 89 ἐτῶν συγγράφει μέ ἀξιοσημείωτη διαύγεια ἱερές ἀκολουθίες καί συνεχίζει μέ τόν ἴδιο ζῆλο τόν πνευματικό του ἀγῶνα. Ἔχοντας προαισθανθεῖ ὁ ἴδιος καί ἔχοντας προετοιμάσει τά πνευματικά του τέκνα γιά τήν κοίμησή του προλέγει τίς συνθῆκες τῆς ἐξοδίου του καί  παραδίδει ὁσιακά τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ τήν 7ηνΔεκεμβρίου 1991 στήν Σκήτη τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου καί ἐνταφιάζεται. Ἡ Ἐκκλησία διά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τόν ἐνέγραψε στίς Ἁγιολογικές της Δέλτους τήν 10ην Ἰανουαρίου 2023.  

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ Ι. Μ. ΒΕΡΟΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΔΟΒΡΑ

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς μετά τῶν Φώτων

 


 Κατὰ Ματθαῖον, δ' 12-17.

 

12 Ἀκούσας δὲ ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 

13 καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ· 

14 ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 

15 Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν

16 ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει φῶς εἶδεν μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς. 

17 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· Μετανοεῖτε· ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

 

Ἅγιος Ἀπόστολος & Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος

Πηγή: Καινὴ Διαθήκη & myriobiblos.gr  

Ἀπόστολος Κυριακῆς μετά τῶν Φώτων

 




Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους δ΄ 7-13.

7 Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. 

8 διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. 

9 τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 

10 ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. 

11 καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, 

12 πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, 

13 μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. 


 Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος 

Πηγή: Καινὴ Διαθήκη, σελ. 776, myriobiblos.gr  

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης

 


Πολὺ γνωστὸ τὸ ὄνομά του στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Γνωστὸ καὶ τὸ μοναστήρι στὴν Παλαιστίνη ποὺ ἀσκήτεψε.

Βρίσκεται σὲ μία ἐρημικὴ καὶ ἄγρια χαράδρα καὶ εἶναι κοντὰ στὴν ἀρχαία Ρωμαϊκὴ ὁδό, ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχῶ.

Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ τοποθεσία αὐτὴ λέγεται χείμαρρος Χορρὰθ καὶ εἶναι συνδεδεμένη μὲ πολλὰ ἱστορικὰ γεγονότα.

 

Σ’ αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι ἡ σπηλιὰ στὴν ὁποία εἶχε κάποτε κρυβεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας (910 π.Χ.) γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὴν καταδίωξη τοῦ ἀσεβέστατου βασιλιὰ Ἀχαὰβ καὶ τῆς εἰδωλολάτριδας συζύγου του, τῆς Ἰζάβελ.

Σ’ αὐτὴ τὴν σπηλιὰ ὁ ζηλωτὴς προφήτης ἔμεινε μῆνες καὶ τρεφόταν κατὰ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο. Μερικὰ κοράκια τοῦ ἔφερναν πρωὶ καὶ βράδυ ψωμὶ καὶ κρέας.

Νερὸ ἔπινε ἀπὸ τὸν χείμαρρο. Ὅταν ὅμως καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἔλειψε τὸ νερό, ἐξ αἰτίας τῆς ἀνομβρίας, ὁ προφήτης ἀναχώρησε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδῶνος.

 

Στὴν σπηλιὰ αὐτὴ ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἦρθε καὶ κλείστηκε καὶ ὁ θεοπάτορας Ἰωακείμ. Σαράντα μερόνυχτα ἔμεινε ἐδῶ νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος νὰ τοῦ χαρίσει ὁ Θεὸς ἕνα παιδί, γιατί ἦταν ἄτεκνος. Σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα καὶ ἡ σύζυγός του Ἄννα εἶχε παραμείνει στὸ σπίτι της καὶ προσευχόταν θερμά. Μὲ δάκρυα παρακαλοῦσε καὶ ζητοῦσε νὰ τῆς λύσει ὁ Πανάγαθος Θεὸς τὴν ἀτεκνία της.

Πολὺ συγκινητικὴ εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰωακείμ στὴ σπηλιὰ, ὅπως μᾶς τὴν διέσωσε ἀρχαία παράδοση: «Οὗ καταβήσομαι», ἔλεγε μονολογώντας ὁ εὐσεβὴς Ἰωακείμ, «οὔτε ἐπὶ ποτόν, ἕως ὅτου ἐπισκέψεταί με Κύριος ὁ Θεός μου καὶ ἔσται μου ἡ εὐχὴ βρῶμα καὶ πόμα».

 

Καὶ δὲν κινήθηκε ἀπὸ ἐκεῖ, παρὰ μονάχα, ὅταν ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἀκούει πάντα τὶς προσευχὲς τῶν εὐσεβῶν παιδιῶν του, εἰσήκουσε τὴν δέησή του καὶ μ’ ἕναν ἄγγελο τοῦ διεμήνυσε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, πὼς θὰ ἀποκτοῦσε παιδί. Καὶ πραγματικά. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἀξιωνόντουσαν νὰ ἀποκτήσουν τὴν κεχαριτωμένη Μαρία, τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα Θεοπάτορες, δηλαδὴ πρόγονοι κατὰ σάρκα τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.

 

Ἀπὸ μία τυπικὴ διάταξη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων μανθάνουμε, πὼς ὁ χείμαρρος ἦταν κτῆμα τοῦ Ἰωακείμ, τοῦ πατέρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐδῶ ὑπῆρχε καὶ κῆπος τοῦ ἰδίου καὶ ἐδῶ ἀργότερα κτίστηκε καὶ Ἐκκλησία ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναγίας στὴν ὁποία διάφορες μέρες τοῦ χρόνου γίνονταν μεγαλόπρεπες πανηγύρεις. Σὲ τοῦτο τὸ μέρος κτίστηκε καὶ ἡ μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ, ποὺ θεωρεῖται μία ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες μονὲς τῆς Παλαιστίνης. Στὴν ἱερὰ αὐτὴ Μονὴ ἔζησαν τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ τῆς πλήρους ἀφιερώσεως, χιλιάδες εὐλαβεῖς ψυχές. Σ’ αὐτὴ πέρασε καὶ ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴ νῆσο Κύπρο, ποὺ εἶναι γνωστὸς μὲ τὸ ἐπώνυμο Χοζεβίτης, τὰ περισσότερα χρόνια τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του.

 

Ἡ ὅλη περιοχὴ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγριότητά της. Καὶ αὐτὴ τὴν περιοχὴ χωρὶς ἄλλο θὰ εἶχε ὑπ’ ὄψη ὁ Κύριος, ὅταν ἔλεγε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ περιέπεσε στοὺς ληστὲς καὶ εἶναι γνωστὴ σὰν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.

 

Καθ’ ὅλη τὴ διαδρομὴ τοῦ χειμάρρου ὑπάρχουν πολλὰ σπήλαια, τὰ ὁποία ἀπὸ ἐνωρὶς προσείλκυσαν πολλοὺς ἀναχωρητές. Σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτά, ποὺ βρίσκεται ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ Μονή, εἶχε ἐγκατασταθεῖ κάποτε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός, ποὺ εἶχε διατελέσει ἐπίσκοπος τῆς Καισαρείας καὶ ὕστερα ἐγκατέλειψε τὴν ἐπισκοπὴ καὶ ἦρθε στὸ μέρος αὐτὸ νὰ μονάσει. Ὁ μεγάλος αὐτὸς Ἅγιος καὶ Θαυματουργὸς ἔκτισε τὴν ἐκκλησία καὶ τὴ Μονὴ στὸ ὄνομα τῆς Παναγίας καὶ καλλώπισε τὸν χῶρο ἐκεῖνο ἔτσι, ποὺ σὲ λίγο καιρὸ χιλιάδες φιλέρημες ψυχὲς ἦρθαν νὰ ζήσουν τὴν ἀγγελικὴ ζωή. Τὴν ἀκμὴ τῆς Μονῆς, στὴν ὁποία πολλὰ θαύματα γίνονταν ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀλλὰ καὶ τῶν γύρω ἀσκητηρίων, ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώνα φιλοξενοῦσαν πιὸ πολλὲς ἀπὸ πέντε χιλιάδες ψυχές, ἀνέκοψαν οἱ περσικὲς ἐπιδρομές. Σὰν καταιγίδα ἀληθινὴ εἶχαν ἐνσκήψει οἱ ἄγριες αὐτὲς ὀρδές, ποὺ ἔσφαζαν, ἔκαιαν, ἐρήμωναν τὰ πάντα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ περνοῦσαν. Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καταστράφηκε καὶ ὁ ἅγιος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὅλοι οἱ ναοὶ καὶ τὰ μοναστήρια τῆς Παλαιστίνης (614 μ.Χ.)

 

Αὐτὸ τὸν καιρὸ ἔζησε καὶ ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης ποὺ ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν παιδὶ τὸ ὄνομά του ἔγινε συνώνυμο μὲ τὴν ἀρετή.

 

Ἡ ἁγία αὐτὴ μορφὴ γεννήθηκε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Κύπρου μας ἀπὸ πολὺ εὐσεβεῖς καὶ εὐκατάστατους γονεῖς. Τὰ πολλὰ ἀγαθὰ ὅμως ποὺ ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε χαρίσει, δὲν τοὺς ἐμπόδισαν νὰ ζοῦνε μὲ ἀπόλυτη ὑποταγὴ στὸ θέλημά Του. Μὲ τοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια μεγάλωσαν καὶ τὰ δυὸ παιδιά τους, τὸν Ἡρακλείδη καὶ τὸν Γεώργιο. Οἱ εὐλαβεῖς γονεῖς ἀπ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴ βρεφικὴ ἡλικία φρόντισαν νὰ ἐνσταλάξουν στὴν ψυχὴ καὶ τῶν δύο παιδιῶν τους τὸν σεβασμὸ πρὸς τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὰ καὶ τὴν ὑπακοή, τὴν τυφλὴ ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Καὶ οἱ κόποι τους ὄχι μόνο δὲν πῆγαν χαμένοι, ἀλλὰ καὶ πλούσια εὐλογήθηκαν ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Πατέρα.

 

Ὁ Ἡρακλείδης ποὺ ἦταν καὶ ὁ πιὸ μεγάλος, ὅταν ἐνηλικιώθηκε, πῆρε τὴν εὐχὴ τῶν γονιῶν του καὶ πῆγε νὰ προσκυνήσει τοὺς τόπους ποὺ γεννήθηκε, μεγάλωσε καὶ ἔζησε ὁ Χριστός μας. Ἡ εὐγενικὴ καὶ φιλόθρησκη ψυχὴ τοῦ νέου, σὰν ἔφτασε στὴν Ἁγία Γῆ καὶ ἐπισκέφθηκε τὸν Γολγοθᾶ καὶ τὸν Πανάγιο Τάφο τοῦ Χριστοῦ, τόσο γοητεύθηκε, ποὺ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μείνει πιὰ στὰ μέρη ἐκεῖνα γιὰ ὅλη του τὴ ζωή. Καὶ πραγματικά. Ὁ πιστὸς καὶ φιλόθεος νέος, ἀφοῦ γύρισε διάφορα μέρη, κατέβηκε καὶ στὸν Ἰορδάνη. Περπάτησε μὲ συνεπαρμένη ψυχὴ στὸν τόπο ποὺ κατὰ τὴν παράδοση ὁ προφήτης τῆς ἐρήμου βάπτισε τὸν Κύριο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προχώρησε στὴ Λαύρα τοῦ Καλαμώνος, ὅπου καὶ παρέμεινε ἀγωνιζόμενος τὸν ἀγώνα τὸν καλό, τῆς ἀρετῆς τὸν ἀγώνα. Ὁ ἀδελφός του Γεώργιος, μικρὸς ἀκόμη παρέμεινε κοντὰ στοὺς γονεῖς του καὶ ξεχώριζε ἀπ’ ὅλους τους συνομήλικούς του στὴ φρονιμάδα καὶ τὴ σεμνὴ ζωή.

Στὰ χρόνια τὰ δύσκολα, τῆς ἐφηβείας τὰ χρόνια, μεγάλη δοκιμασία κτύπησε τὸ καλὸ παιδί. Οἱ γονεῖς του ἀρρώστησαν καὶ πέθαναν σὲ λίγο διάστημα ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ βεβαιώνει μὲ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα Του πὼς τὸ ὀρφανὸ καὶ τὴν χήρα τὰ παίρνει πάντα ὑπὸ τὴν ἰδιαίτερη προστασία Του, δὲν ἐγκατέλειψε τὸ πιστὸ παιδί. Ἕνας θεῖος του φρόντισε καὶ πῆρε τὸ παιδὶ κοντά του μὲ ὅλα τὰ πράγματα καὶ τὴν κληρονομιά του μὲ σκοπὸ σὰν μεγαλώσει νὰ τὸν συζεύξει μὲ τὴν ἐπίσης μικρὴ καὶ μονάκριβη θυγατέρα του. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Γεώργιος ἀπεστρέφετο τὴν κοσμικὴ ζωὴ καὶ ἡ ψυχή του λαχταροῦσε μία ἀνώτερη ζωή, τὴν ἀγγελικὴ ζωή, ἕνα πρωὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πῆγε σ’ ἕναν ἄλλο θεῖο του, ποὺ ἦταν ἡγούμενος σ’ ἕνα μοναστήρι. Ὅταν ὁ πρῶτος θεῖος ἔμαθε τί ἔγινε, πῆγε στὸ μοναστήρι μὲ σκοπὸ νὰ ξαναπάρει τὸν Γεώργιο καὶ νὰ τὸν φέρει πίσω στὸ χωριό. Στὴν προσπάθειά του μάλιστα νὰ ἐπιτύχει τὸν σκοπό του, δὲν δυσκολεύθηκε νὰ φιλονεικήσει καὶ μὲ τὸν ἀδελφό του τὸν μοναχό. Αὐτὸς ὅμως μὲ ἡρεμία καὶ πραότητα τοῦ ἀπήντησε:

 

«Ἀδελφέ μου, οὔτε ἔφερα τὸν νέο ἐδῶ, οὔτε καὶ τὸν διώχνω. Ἂς ἀποφασίσει μόνος του ὅ,τι θέλει. Ἡλικίαν ἔχει...».

 

Ὅταν ὁ νέος ἔμαθε τὴν φιλονικία τῶν θείων του γιὰ τὸ πρόσωπό του, σηκώθηκε κρυφὰ καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ τράβηξε πρὸς τὴν ἁγία πόλη, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ σὰν ἔφτασε, πῆγε καὶ γονάτισε καὶ μὲ εὐλάβεια προσκύνησε τὰ πάνσεπτα προσκυνήματα τῆς εὐλογημένης πόλεως, καὶ ὕστερα κατέβηκε πρὸς τὸν Ἰορδάνη. Τὸ ἄδολο γάλα τῆς πίστεως μὲ τὸ ὁποῖο ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας τὸν πότισαν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, τὸν σπρώχνει νὰ βρεῖ τὸν ἀδελφό του. Ἡ ψυχή του ποθεῖ τὴ μακαρία ζωή, τὴν ἀγγελικὴ ζωή. Οἱ κίνδυνοι τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἀντίκριζε γύρω του, τοῦ ἔφερναν στ’ αὐτιὰ καθαρὰ τὸν ἀπόηχο τῆς φωνῆς τῶν ἀγγέλων πρὸς τὸν Λῶτ: «Σώζων σῶζε τὴν σ’ ἑαυτοῦ ψυχήν» (Γεν. ιθ’ 17). Δηλαδὴ κοίταξε πὼς θὰ σώσεις τὴν ψυχή σου. Ἡ ματαιότητα τῶν φθαρτῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου συνετάραττε τὸ εἶναι του. Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα σκεπτόταν καὶ ἐπανελάμβανε μόνος του. Ὁδηγούμενος ἀπὸ τὸ προσκλητήριο διάγγελμα τοῦ Κυρίου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεὶν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖται μοι», προχώρησε καὶ τράβηξε πρὸς τὴ Λαύρα τοῦ Καλαμώνος στὴν ὁποία, ὅπως εἶχε μάθει, βρισκόταν ὁ ἀδελφός του.

 

Ἡ Λαύρα τοῦ Καλαμώνας βρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ μοναστήρι τοῦ Ἀββᾶ Γερασίμου ἐκεῖ στὸν Ἰορδάνη.

Χωρὶς κανένα ἐνδοιασμὸ σὰν τὸν συνάντησε ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ φανέρωσε τὸν πόθο καὶ τὴν ἀπόφασή του νὰ μείνει κοντά του. Ἐκεῖνος παρὰ τὴ μυστικὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε γιὰ τὴν ἁγία διάθεση τοῦ ἀδελφοῦ του, βλέποντάς τον τόσο νεαρό, φοβήθηκε νὰ τὸν κρατήσει κοντά του καὶ τὸν συνώδευσε στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ στὸν ἐκεῖ ἡγούμενο, ποὺ ἦταν καὶ φίλος του καὶ τοῦ τὸν παρέδωσε. Αὐτὸς δὲ ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι του.

 

Ὁ ἡγούμενος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐξετίμησε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ νεαροῦ Γεωργίου καὶ τὸν κατηύθυνε μὲ φόβο Θεοῦ στῆς ἀσκητικῆς ζωῆς τὰ σκαλοπάτια. Ἡ βαθιὰ ταπείνωση τοῦ νέου, ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ προθυμία του νὰ ἐκτελεῖ πάσαν ἐργασία τῆς μονῆς, ἐνεθάρρυναν τὸν ἡγούμενο, ὥστε σὲ λίγο καιρὸ νὰ προχωρήσει στὴν κουρὰ τοῦ νέου, σὲ μοναχό καὶ νὰ τὸν ἀναθέσει σ’ ἕνα προκομμένο γέροντα σὰν συμβοηθό του στὸ διακόνημα τοῦ νεοκηπίου ποὺ εἶχε.

 

Μὲ ἀχώριστο σύντροφο τὸν ἐνθουσιασμὸ ὁ νεαρὸς μοναχὸς περνάει τὴν καθημερινὴ ζωή του ἀνάμεσα σὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ πολύωρες προσευχές. Ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸν φλογερὸ ζῆλο του ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό του σὲ πολλοὺς κόπους γιὰ τελειότερη ζωή. Δυστυχῶς ὁ γέροντάς του παρὰ τὶς πολλές του ἀρετὲς δὲν τὸν βοηθάει καὶ πολὺ στὴν εὐγενική του προσπάθεια. Ἦταν ἄνθρωπος σκληρὸς καὶ μὲ τὸ «ψύλλου πήδημα» τὸν ἀπόπαιρνε σὲ βαθμὸ ἀποκαρδιωτικό.

 

Κάποια μέρα μάλιστα ὁ γέροντας ἔστειλε τὸν ὑποτακτικό του στὸν χείμαρρο νὰ φέρει νερό. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νερὸ ἦταν μαζεμένο καὶ τὰ καλάμια καὶ τὰ ξύλα ποὺ ἤσαν μπροστὰ ἦταν πολὺ πυκνὰ καὶ ὁ νέος ἦταν ντυμένος τὰ ἐνδύματά του, δὲν μπόρεσε νὰ περάσει μὲ τὸ δοχεῖο τοῦ νεροῦ καὶ ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ὁ γέροντας σὰν εἶδε τὸν νέο χωρὶς τὸ νερὸ θύμωσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ βγάλει τὸ ἱμάτιό του, νὰ φορέσει μόνο τὸ ἐπάνω ράσο του καὶ χωρὶς νὰ ἀντείπει ὑπάκουσε καὶ πῆγε. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ἄργησε καὶ στὸ μεταξὺ κτύπησε ὁ κώδωνας γιὰ τὸ τραπέζι, ὁ γέροντας ἔκρυψε τὸ ἱμάτιο τοῦ παιδιοῦ καὶ πῆγε στὸ φαγητό. Ὅταν ὁ νέος ἐπέστρεψε καὶ δὲν βρῆκε οὔτε τὸ ἱμάτιό του, οὔτε τὸν γέροντα, πῆγε στὴ μονὴ χωρὶς τὸ ζωστικὸ καὶ κτύπησε τὴν πόρτα. Ὅταν ὁ μοναχὸς ποὺ ἦρθε νὰ τοῦ ἀνοίξει τὸν εἶδε ἔτσι γυμνό, τὸν ρώτησε τί τοῦ συνέβη. Καὶ ὅταν ὁ νεαρὸς τοῦ ἐξήγησε, πῆγε καὶ τοῦ ἔφερε ἕνα ἱμάτιο, τὸ ὁποῖο φόρεσε καὶ μπῆκε στὸ μοναστήρι. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔμπαινε, ὁ γέροντας ποὺ τὸν εἶδε ἐκεῖ μπροστὰ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων πέντε Πατέρων, χωρὶς οἶκτο καὶ μὲ θυμὸ ἀδικαιολόγητο τοῦ ἔδωκε ἕνα δυνατὸ ράπισμα λέγοντάς του:

 

– Γιατί ἄργησες;

 

Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ χέρι τοῦ γέροντα ξηράνθηκε ὁλόκληρο καὶ δὲν κουνιότανε καθόλου. Συντετριμμένος ὁ ἀββᾶς ἀπὸ τὴν τιμωρία ποὺ τὸν βρῆκε, ἔπεσε μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ νεαροῦ ὑποτακτικοῦ του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας:

 

— Παιδί μου, συγχώρεσέ με καὶ μὴ μὲ φανερώσεις. Ἔφταιξα. Πολὺ ἔφταιξα. Μὴ μὲ διαπομπεύσεις, ἀλλὰ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ συγχωρήσει καὶ νὰ μὲ κάμει καλά.

Ὁ νεαρὸς μοναχὸς βαθιὰ λυπημένος γιὰ τὸ πάθημα τοῦ γέροντα, τοῦ εἶπε μὲ ταπείνωση καὶ συντριβή:

— Πήγαινε, πάτερ, ἐκεῖ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων Πατέρων, βάλε μετάνοια καὶ αὐτοὶ θὰ σὲ θεραπεύσουν.

Ὁ γέροντας ὅμως ἐπέμενε.

Παιδί μου, σὲ σένα ἔφταιξα. Σὺ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ σπλαγχνιστεῖ καὶ νὰ μὲ συγχωρήσει.

 

Τότε ὁ νεαρός, ἀφοῦ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν γέροντα, τὸν ὁδήγησε ἐκεῖ στοὺς τάφους καὶ ἀφοῦ ἔβαλαν βαθιὰ μετάνοια, προσευχήθηκαν καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ χέρι ξαναγύρισε στὴ φυσική του κατάσταση. Μὰ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ γέροντα μαλάκωσε. Ὁ θυμὸς παραμέρισε καὶ ἡ πραότητα μαζὶ μὲ τὴ συγκατάβαση στήσανε στὴν καρδιά του τὸν θρόνο τους.

 

Παρὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἀπὸ τὴ σκηνὴ τοῦ θαύματος, τοῦτο ἔγινε γρήγορα γνωστὸ σ’ ὅλη τὴν ἀδελφότητα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ μοναχοὶ μὲ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καὶ σεβασμὸ ἄρχισαν νὰ περιβάλλουν τὸν νέο καὶ γιὰ τὸ θαῦμα του νὰ μιλοῦν. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ φόβο μήπως πιαστεῖ στὰ δίχτυα τῆς ὑπερηφάνειας, σηκώθηκε μία βραδιὰ καὶ ἐγκατέλειψε τὸ μοναστήρι καὶ τράβηξε στὴ Λαύρα ποὺ βρισκόταν ὁ ἀδελφός του. Ἐκεῖ μὲ αὐστηρὴ ἐγκράτεια στόλισε τὴν ζωή του καὶ μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴ σκληρὴ ἄσκηση νέκρωσε τὸ σῶμα του, ὥστε οἱ προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὸν ἐπηρεάσουν. Καμιὰ ὑστεροβουλία ἢ ἰδιοτέλεια δὲν ὑπεισερχόταν στὶς σκέψεις του. Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου σὰν φωτεινὸς φάρος πρόβαλλε πάντα μπροστά του καὶ τοῦ φώτιζε τὸν δρόμο του. Ζοῦσε ὅμως σὰν οὐράνιος ἄνθρωπος, μὰ καὶ ἐπίγειος ἄγγελος. Ζωὴ «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάννη α’ 14) εἶχε καταντήσει ἡ ζωή του. Πηγὴ ἀκένωτη θαυμάτων. Θαυμάτων ποὺ προκαλοῦν στ’ ἀλήθεια κατάπληξη.

 

Ἕνα τέτοιο θαῦμα ἦταν καὶ τοῦτο. Κάποια μέρα ἕνας γεωργὸς ἀπὸ τὴν Ἱεριχῶ, γνωστὸς καὶ φίλος τῶν δυὸ ἀσκητῶν, ἦρθε στὴ Λαύρα, μὲ ἕνα ζεμπίλι ἀπὸ διάφορους καρποὺς ποὺ γεωργοῦσε καὶ κτύπησε τὴν θύρα τοῦ κελιοῦ τους. Ὁ Γεώργιος πῆγε καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ τὸν προσκάλεσε νὰ μπεῖ μέσα. Ὁ ἐπισκέπτης μόλις μπῆκε ἔβαλε μία μετάνοια καὶ ἀφοῦ τοποθέτησε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ δῶρα παρακάλεσε θερμὰ τοὺς ἀβάδες νὰ εὐλογήσουν τοὺς καρποὺς ὁπότε κάτω ἀπὸ αὐτοὺς μὲ μεγάλη ἔκπληξη τί βλέπουν; Ἕνα νήπιο νεκρό. Ἦταν τὸ νεογέννητο παιδὶ τοῦ ἐπισκέπτη ποὺ εἶχε ἀποθάνει καὶ αὐτὸς τὸ ἔφερε στοὺς ἀβάδες μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα πὼς αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀναστήσουν καὶ νὰ τοῦ τὸ ξαναδώσουν ζωντανό. Ὁ ἀβὰς Ἡρακλείδης σὰν τὸ εἶδε μὲ τρόμο καὶ ταραχὴ εἶπε στὸν ἀδελφό του: «Πήγαινε καὶ κάλεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔρθει νὰ πάρει τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ πράγματα ποὺ ἔφερε. Μᾶς βάζει, πές του σὲ μεγάλο πειρασμό. Κύριε, ἀναφώνησε, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς».

 

Ὁ ἀβὰς Γεώργιος ὅμως ποὺ ἦταν τότε σαράντα περίπου χρόνων, ἔβαλε στὸν ἀδελφό του μετάνοια καὶ μὲ σεβασμὸ τοῦ εἶπε:

 

Πάτερ μου, μὴ στενοχωρεῖσαι καὶ μὴ ταράττεσαι. Ἀλλὰ ἔλα νὰ παρακαλέσουμε μὲ πίστη τὸν Πολυεύσπλαχνο καὶ Πανοικτίρμονα Θεὸ νὰ κάμει τὸ θαῦμα του. Καὶ ἄν μᾶς ἀκούσει ἡ εὐσπλαγχνία του καὶ ἀναστήσει τὸ παιδί, εὐλογημένο ἂς εἶναι στοὺς αἰῶνες τὸ Πανάγιο Ὄνομά Του. Τότε καλοῦμε τὸν πατέρα καὶ τοῦ δίνουμε τὸ παιδί του, ὅπως πίστεψε. Ἂν ὅμως ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ δὲν θελήσει, γιὰ λόγους ποὺ γνωρίζει Ἐκεῖνος, νὰ γίνει τὸ θαῦμα, τότε πάλι καλοῦμε τὸν πατέρα καὶ τοῦ ἐξηγοῦμε, πὼς καὶ ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι εἴμεθα καὶ δὲν ἔχουμε τέτοια παρρησία, ὥστε νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ ποὺ ποθεῖ τόσο ἐκεῖνος, ὅσο καὶ ἐμεῖς. Στὰ λόγια τοῦ Γεωργίου ὁ ἀβὰς Ἡρακλείδης πείσθηκε. Τότε καὶ οἱ δύο οἱ πατέρες ἀφοῦ γονάτισαν, μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ καρδιὰ ραγισμένη ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἀκούει πάντα τὶς προσευχὲς τῶν παιδιῶν του ποὺ γίνονται μὲ πίστη, ἄκουσε καὶ τῶν πιστῶν ἀβάδων τὴν παράκληση. Τὸ νεκρὸ παιδὶ κάποια στιγμὴ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ἀφῆκε ἕνα ἐλαφρὸ κλαψούρισμα. Οἱ εὐλαβεῖς ἀσκητὲς μὲ τὴν ψυχὴ πλημμυρισμένη ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἄνοιξαν τὴν πόρτα καὶ κάλεσαν μέσα τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ εἶπαν:

 

– Ἀδελφέ μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν πίστη ποὺ ἔδειξες σ’ Αὐτόν, σοῦ δίνει τὸ παιδί σου πίσω ζωντανό. Πάρε το καὶ δόξαζέ τον μὲ ὅλη σου τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ μὴν ἀναφέρεις σὲ κανένα τίποτα ἀπὸ ὅτι ἔγινε.

 

Ὁ εὐλαβὴς πατέρας μὲ δάκρυα χαρὰς πῆρε στὴν ἀγκαλιά του τὸ ἀγαπημένο του παιδὶ καὶ βγῆκε δοξολογώντας ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του τὸν φιλάνθρωπο Θεό. Ἔφυγε καὶ ἀφῆκε πίσω τοὺς ἀβάδες νὰ συνεχίζουν τὸν ἀγώνα τους. Ἀγώνα κουραστικὴς σκληραγωγίας τοῦ κορμιοῦ, ἀγώνα συνεχοὺς προσευχῆς.

 

Ἔτσι περνοῦσε κάθε μέρα ἡ ζωή τους μὲ εὐλάβεια καὶ εἰρήνη καὶ ταπείνωση καὶ ζηλευτὴ γενικὰ ἀρετή. Ποτέ τους δὲν καταδέχτηκαν νὰ ἀντιμιλήσουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο ἢ νὰ λυπήσουν κανένα. Ὁ ἀβὰς Ἡρακλείδης εἶχε πολλὴ πραότητα καὶ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωση. Καὶ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς τὶς κράτησε μὲ παραδειγματικὸ ζῆλο καὶ προσοχὴ μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ ὁ μεγάλος Πατέρας τὸν κάλεσε νὰ ἀφήσει τοῦτο τὸν κόσμο καὶ νὰ μεταπηδήσει στὴ χώρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς αἰώνιας εὐτυχίας καὶ χαράς. Κοιμήθηκε γύρω στὰ ἑβδομῆντα του χρόνια καὶ τάφηκε ἐκεῖ στοὺς τάφους τῶν ὁσίων Πατέρων. Στὸν οὐρανὸ τώρα πρεσβεύει γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν πατρίδα, τὴ μαρτυρικὴ Κύπρο μας.

 

Ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ ἀβᾶ Ἡρακλείδη, ἀδελφοῦ ὁμογάλακτου, συμμοναστοῦ ὅμως καὶ συναθλητοὺ τοῦ ἀβᾶ Γεωργίου, τότε καὶ αὐτὸς ἐγκατέλειψε τὴ Λαύρα καὶ ξαναγύρισε στὸ μοναστήρι τοῦ Χοζεβᾶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκίνησε. Καὶ στὸ περιβάλλον αὐτὸ ἡ ζωὴ τοῦ ταπεινοῦ ἀβᾶ συνεχίζεται σὰν τὴν προηγούμενή του ζωὴ στὴ Λαύρα. Καὶ ἐδῶ ἡ αὐστηρὴ νηστεία, μαζὶ μὲ τὴν ὑπερβολικὴ ἀγρυπνία καὶ θερμὴ προσευχὴ ἀποτελοῦν τὴν καθημερινή του ἐνασχόληση. Ἡ νηστεία μάλιστα στὴν ὁποία ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτό του, ὅπως μᾶς λέει ὁ μαθητής του ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος, αὐτὸς ποὺ ἔγραψε καὶ τὴ βιογραφία του, εἶχε φτάσει στὸ κατακόρυφο. Ἀλλὰ καὶ στὴ μελέτη καὶ τὴν προσευχὴ εἶχε ξεπεράσει ὅλους ἐκεῖ τοὺς συμμοναστές του. Χωρὶς καμιὰ ὑπερβολὴ μποροῦσε νὰ ἔλεγε γιὰ τὴ ζωή του. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». (Γαλ. β’ 20). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἔβλεπαν τὸν θαύμαζαν. Καὶ οἱ δαίμονες τὸν ἔτρεμαν γιὰ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν ὑπομονή του.

 

Ὅταν οἱ Πέρσες ἔφτασαν στὴ Δαμασκό, ὁ Ὅσιος ποὺ τὴν ἡμέρα καθόταν ἔξω ἀπ’ τὸ κελί του καὶ ζεσταινόταν στὸν ἥλιο, γιατί ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἐγκράτεια εἶχε καταντήσει πολὺ ἀδύνατος, μὲ θεῖο ὅραμα προέβλεψε τὴν καταστροφὴ τῆς χώρας. Οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ κατοικοῦσαν στὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης εἶχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ὅριο. Ὅταν μάλιστα οἱ Πέρσες εἶχαν προχωρήσει καὶ περικυκλώσει τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ, τότε οἱ ἀδελφοὶ τοῦ κοινοβίου καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν σὲ κελιὰ ἔφυγαν γιὰ τὴν Ἀραβία ἢ πῆγαν καὶ κρύφτηκαν στὰ σπήλαια καὶ στὸν καλαμῶνα. Μαζὶ μ’ αὐτοὺς μὲ τὴν ἐπιμονὴ τῶν πατέρων πῆγε καὶ ὁ γέροντας Γεώργιος. Ἐκεῖ τὸν βρῆκαν οἱ Πέρσες καὶ τὸν πῆραν καὶ αὐτὸν αἰχμάλωτο μαζὶ μὲ ἄλλους. Πολλοὺς ἀπ’ αὐτοὺς κατάσφαξαν. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕνα γέροντα ἑκατὸ περίπου χρόνων μὲ ἅγια ζωή, τὸν ἀβὰ Στέφανο τὸν Σύρο. Τὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν σεβάστηκαν σὰν τὸν εἶδαν ἔτσι ἀδύνατο καὶ εὐλαβή, τοῦ ἔδωκαν μάλιστα καὶ ἕνα ζεμπίλι μὲ ψωμιὰ καὶ ἕνα δοχεῖο μὲ νερὸ καὶ τὸν ἀφήκαν ἐλεύθερο λέγοντάς του: «Ὅπου θέλεις πήγαινε, γέρο, νὰ σώσεις τὸν ἑαυτό σου». Ὁ Ἅγιος κατέβηκε στὸν Ἰορδάνη τὴ νύκτα καὶ κρυβόταν ἐκεῖ μέχρις ὅτου ἔφυγαν οἱ Πέρσες πρὸς τὴ Δαμασκὸ μαζὶ μὲ τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ πῆραν καὶ ἀπὸ τὴν ἁγία πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Μαζί τους εἶχαν καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων τὸν Ζαχαρία καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό.

 

Ὁ γέροντας ἀφοῦ περιπλανήθηκε ἕνα διάστημα σὲ διάφορα μέρη, στὸ τέλος γύρισε στὸ μοναστήρι τοῦ Χοζεβᾶ ὅπου παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του. Αὐτὴ τὴν περίοδο ὁ ὅσιος παρὰ τὴν ἡλικία τοῦ ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση. Τὸ «παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τὸν λαό μου» τὸ ἔκαμε βίωμά του καὶ σύνθημα ζωῆς. Καθημερινὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελί του καὶ δίδασκε καὶ στήριζε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς πολλοὺς ἐπισκέπτες. Μαζὶ μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ὃ ὅσιος πρόσφερε καὶ τὰ πολλὰ θαύματά του. Πολὺ τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος τοῦτο τὸν καιρό. Πηγὴ χαριτόβρυτη κι ἀνεξάντλητη θαυμάτων ἔμεινε μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ κοιμήθηκε.

 

Εἰρηνικὰ καὶ ἥσυχα ἕνα πρωινὸ ὁ Ἅγιός μας ἀφῆκε τὸ πνεῦμα του νὰ πετάξει κοντὰ στὸν Κύριο ποὺ ἀγάπησε μὲ ὅλη τὴν ψυχή του καὶ ἔζησε γιὰ τὴν δόξα του. «Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ καὶ οὐ μὴ ἄψηται αὐτῶν βάσανος». Ποικίλες θεραπεῖες προσφέρει ὁ Ὅσιός μας καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη στὸν Θεὸ ζητοῦν τὴ μεσιτεία του. Ἡ μνήμη του ἀθάνατη θὰ μένει στοὺς αἰῶνες καὶ τὸ παράδειγμά του ζωντανὸ θὰ καλεῖ τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων, τῆς Κύπρου μας στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ναί! στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιατί μόνο ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ προσήλωσή μας στὸ θέλημά του ὀμορφαίνει τὴν ζωή μας καὶ τῆς δίνει νόημα καὶ ἀσφάλεια καὶ ἀξία.

 

Εἶναι καιρός, ὅλοι ὅσοι κατοικοῦμε τοῦτο τὸν τόπο νὰ συνειδητοποιήσουμε πὼς τὸ ὄνομα «χριστιανός» δὲν εἶναι ἕνα κενὸ ὄνομα καὶ ἕνας κληρονομικὸς τίτλος χωρὶς εὐθύνη. Τὸ ὄνομα, τὸ τιμημένο ὄνομα χριστιανός, εἶναι περισσότερο τρόπος σκέψεως καὶ ἕνας κανόνας ζωῆς. Εἶναι «αἵρεσις βίου». Καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ὑποχρεωμένος τὴν κάθε μέρα νὰ δίνει «τὴν μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καὶ αὐτὴ ἡ μαρτυρία δὲν εἶναι μία πράξη ἀνώδυνη. Σὲ πολλὲς περιστάσεις ἡ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ καταντᾶ διωγμὸς «ἕνεκεν δικαιοσύνης». Καὶ ἀκόμη μαρτύριο καὶ θάνατος γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου του. Σήμερα πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ὁ κάθε πιστὸς πρέπει νὰ εἶναι ἀθλητὴς τῆς πίστεως. Τῆς πίστεως, τὴν ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὁμολογήσει καὶ νὰ βεβαιώσει μὲ τὴν πολιτεία του. Νὰ βεβαιώσει δηλαδὴ ὅτι καμιὰ δύναμη στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ τὸν χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν θεῖο Ἀπόστολο Παῦλο καθένας ἀπὸ μᾶς πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἐπαναλάβει τὸ «τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις ἢ στενοχώρια ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα». Καὶ μὲ πεποίθηση ἀκλόνητη στὴ δύναμη ποὺ χαρίζει ὁ Χριστός, σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ ἀληθινὴ πίστη τὸν ἐπικαλοῦνται, νὰ δίνει καὶ τὴν ἀπάντηση, ὅπως τὴν ἔδινε ἡ φάλαγγα τῶν ἁγίων, ὁσίων, πατέρων καὶ μαρτύρων τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως τὴν ἔδινε ὁ μεγάλος ἅγιος μας Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης μὲ τὰ λόγια καὶ πάλιν τοῦ θείου Παύλου:

 

«Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστώτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τὶς κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η’ 25, 38 – 39).

 
Ἅγιε Γεώργιε τοῦ Χοζεβᾶ, ἀγλάϊσμα τῶν Πατέρων, δόξα τῶν ὁσίων, τρανὸ ὑπόδειγμα βαθιᾶς πίστεως καὶ εὐσέβειας, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Πρέσβευε, ἅγιε Πάτερ, καὶ εὔχου ἡ πατρίδα σου Κύπρος καὶ πατρίδα μας, νὰ ἰδεῖ μία ὥρα γρηγορότερα τὴν ποθητὴ ἐλευθερία καὶ τὴ λύτρωση ἀπὸ τὰ ἀνήκουστα δεινὰ ποὺ περνᾶ. Ἀμήν

.

 

Πηγή: synaxarion.gr  




Τοῦ Ὁσίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτη

 

 

 

 


 

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Γεωργήσας τὸν λόγον Πάτερ τῆς χάριτος, 

δικαιοσύνης ἐδρέψω καρποφορίαν λαμπράν, 

ὡς τὴν ἔνθεον ζωὴν αἱρετισάμενος·

 ὅθεν τῆς δόξης κοινωνός, ἀνεδείχθης τοῦ Χριστοῦ, 

Γεώργιε θεοφόρε· 

ᾧ καὶ πρεσβεύεις ἀπαύστως, 

ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς γεωργὸν τῶν νοητῶν φυτῶν πανάριστον

Καὶ τῶν Ἀγγέλων μιμητὴν καὶ ἰσοστάσιον

Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ παῖδές σου θεοφόρε.

Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον,

Ἀπὸ πάσης ἀπολύτρωσαι κακώσεως
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Γεώργιε.



Μεγαλυνάριον.
Τὸν Σταυρὸν ὡς ἄροτρον ἐσχηκώς, 

σεαυτὸν ὁσίως, ἐγεώργησας τῷ Θεῷ· 

ὅθεν τὴν ψυχήν μου, Γεώργιε παμμάκαρ, 

ἠθῶν τῇ γεωργίᾳ, ἤδη νεούργησον.

 

 

Πηγή: synaxarion.gr 

Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Χοζεβίτη

 










 


 

https://www.youtube.com/watch?v=cqabjB2bgC4

 

 

8 Ἰανουαρίου


Σ Υ Ν Α Ξ Α Ρ Ι Ο Ν

 
Τῇ Η' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Δομνίκης.
Στίχοι
Λιποῦσα τὴν γῆν οὐρανόφρων Δομνίκα,
Εἰς οὐρανοὺς ἀνῆλθεν, ὥσπερ ἠγάπα.
Δομνίκαν ὀγδοάτῃ πότμου λάβε νὺξ ἐρεβεννή.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτου.
Στίχοι
Σὺν δάκρυσι σπείραντι τῷ Γεωργίῳ,
Καιρὸς θερίζειν ἐστὶ σὺν εὐθυμίᾳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἰουλιανοῦ καὶ Βασιλίσσης καὶ τῶν σῦν αὐτοῖς Κελσίου καὶ Ἀντωνίου.
Στίχοι
Ἰουλιανῷ πολλὰ καὶ Βασιλίσσῃ,
Ἔπαθλα κεῖνται, κειμένοις ἐκ τοῦ ξίφους.
Τέμνει κεφαλὴν τὸ ξίφος τὴν Κελσίου,
Καὶ σὺν κεφαλῇ τῇ δε τὴν Ἀντωνίου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Καρτερίου.
Στίχοι
Πάλαιε Καρτέριε πρὸς πῦρ καὶ δόρυ,
Τὸ καρτερὸν σου πρὸς πάλας δεικνὺς δύω.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Κύρου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ Σύναξις ἐν τῇ σεβασμίᾳ Μονῇ τῆς Χώρας, καὶ ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ.
Στίχοι
Ὁ σὴν μελίζων σάρκα Κῦρος Χριστέ μου,
Σαρκὸς διαστάς, σῷ παρίσταται θρόνῳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ ἅγιος Ἀττικός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Στίχοι
Ὅλην ὑπερβὰς τὴν ὕλην τοῦ σαρκίου,
Ἥκεις ὅλος νοῦς Ἀττικὲ πρὸς τοὺς Νόας.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ ἅγιος Προφήτης Σαμέας ὁ Ἐλαμίτης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Στίχοι
Ἐν γῇ τὸ μέλλον οὐκ ἔτι χρᾷ Σαμέας,
Ἄνω γὰρ οὗτος ὁ προφητικὸς τρίπους.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ ἅγιος Ἀγάθων ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Στίχοι
Ὡς ἠγαθύνθην Ἀγάθων τὴν Καρδίαν,
Εἰρηνικοῦ σοῦ καὶ μόνου μνησθεὶς τέλους.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων τοῦ Χριστοῦ Μαρτύρων Θεοφίλου Διακόνου καὶ Ἐλλαδίου λαϊκοῦ. Πῦρ ζεῦγος ἀνδρῶν ἐν μεταφρένοις φέρει,Ἐπισκιωθὲν τοῦ Θεοῦ μεταφρένοις.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

Πηγή:  glt.goarch.org



Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2023

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος - Φώτης Κόντογλου

 


Σήμερα πού γράφω, 29 Αὐγούστου, εἶναι ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Χθές τό βράδυ ψάλαμε τόν Ἑσπερινό κατανυκτικά σ’ ἕνα παρεκκλήσι, κ’ ἤτανε μοναχά λίγες γυναῖκες καί δύο-τρεῖς ἄνδρες.

Σήμερα τό πρωί ψάλαμε τή λειτουργία του πάλι μέ λίγους προσκυνητές. Τά μαγαζιά ἤτανε ἀνοιχτά, ὅλοι δουλεύανε σάν νά μήν ἤτανε ἡ γιορτή τοῦ πιό μεγάλου ἁγίου τῆς θρησκείας μας. Ἀληθινά λέγει τό τροπάρι του «Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων, σοί δέ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου, Πρόδρομε».

Μέ ἐγκώμια καί μέ εὐλάβεια γιορτάζανε ἄλλη φορά οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί τόν Πρόδρομο, ἀλλά τώρα τοῦ φτάνει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου.

Αὐτή ἡ μαρτυρία θ’ ἀπομείνει στόν αἰώνα, εἴτε τόν γιορτάζουνε εἴτε δέν τόν γιορτάζουνε οἱ ἄνθρωποι, εἴτε τόν θυμοῦνται εἴτε τόν ξεχάσουνε. Κ’ ἡ μαρτυρία εἶναι τούτη: πώς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶναι «ὁ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων» δηλ. «ὁ πιό μεγάλος ἀπ’ ὅσους γεννηθήκανε ἀπό γυναίκα» κατά τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό κ’ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὥρισε νά μπαίνει τό εἰκόνισμά του πλάγι στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, στό εἰκονοστάσιο τῆς κάθε ὀρθόδοξης ἐκκλησιᾶς.

Ὁ ἱερός Λουκᾶς ἀρχίζει τό Εὐαγγέλιό του μέ τήν ἱστορία τοῦ Προδρόμου καί λέγει «Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας, ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιᾶ»: «Στίς μέρες τοῦ Ἡρώδη τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἰουδαίας ἤτανε ἕνας ἱερέας Ζαχαρίας ἀπό τήν ἐφημερία τοῦ Ἀβιᾶ, κι’ ἡ γυναίκα του ἤτανε ἀπό τίς θυγατέρες τοῦ Ἀαρών, καί τή λέγανε Ἐλισσάβετ κ’ ἤτανε δίκαιοι κ’ οἱ δύο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί πορευόνταν μέ ὅλες τίς ἐντολές καί μέ τά δικαιώματα τοῦ Κυρίου, ἀψεγάδιαστοι. Καί δέν εἴχανε παιδί, γιατί ἡ Ἐλισσάβετ ἤτανε στείρα, κι’ ἤτανε κι’ οἱ δύο περασμένοι στήν ἡλικία. Καί ᾽κεῖ πού λειτουργοῦσε τή μέρα πού ἤτανε ἡ σειρά του νά λειτουργήσει ὁ Ζαχαρίας, μπῆκε στό ἱερό νά θυμιάσει, κι’ ὁ κόσμος προσευχότανε ἔξω κατά τήν ὥρα πού θυμίαζε.

Καί φανερώθηκε στόν Ζαχαρία ἕνας ἄγγελος Κυρίου καί στεκότανε δεξιά ἀπό τό θυσιαστήριο.

Καί ταράχθηκε ὁ Ζαχαρίας σάν τόν εἶδε, κι’ ἔπεσε φόβος ἀπάνω του. Καί τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: Μή φοβᾶσαι, Ζαχαρία, γιατί ἀκούσθηκε ἡ δέησή σου, κι’ ἡ γυναίκα σου θά γεννήσει γυιό καί θά βγάλεις τόνομά του Ἰωάννη, καί θά ᾽ναι γιά σένα χαρά κι’ ἀγαλλίαση, καί πολλοί θά χαροῦνε γιά τή γέννησή του, γιατί θά ᾽ναι μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Νά μήν πιεῖ κρασί κι’ ἄλλα πιοτά, καί θά εἶναι γεμάτος ἀπό ἅγιο Πνεῦμα ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας του, καί θά γυρίσει πολλούς ἀπό τούς γυιούς τοῦ Ἰσραήλ στήν πίστη τοῦ Θεοῦ τους. Κι’ αὐτός θά ἔλθει μπροστά ἀπ’ αὐτόν μέ τό πνεῦμα καί μέ τή δύναμη τοῦ Ἠλία, γιά νά γυρίσει τίς καρδιές τῶν πατέρων στά παιδιά τους, κι’ ἀνθρώπους ἀνυπάκουους στή φρονιμάδα, καί γιά νά ἑτοιμάσει γιά τόν Κύριο λαό διαλεγμένον.

Κι’ εἶπε ὁ Ζαχαρίας στόν ἄγγελο: Ἀπό τί θά καταλάβω πώς θά γίνουνε αὐτά πού λές; γιατί ἐγώ εἶμαι γέρος κ’ ἡ γυναίκα μου περασμένη. Καί τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἄγγελος καί τοῦ εἶπε: Ἐγώ εἶμαι ὁ Γαβριήλ πού παραστέκουμαι μπροστά στό Θεό, καί στάλθηκα νά σοῦ μιλήσω καί νά σοῦ φέρω τήν καλή εἴδηση.

Καί νά, θά πιασθεῖ ἡ λαλιά σου καί δέν θά μπορεῖς νά μιλήσεις, ὡς τή μέρα πού θά γίνουν ὅλα αὐτά, ἐπειδή δέν πίστεψες στά λόγια μου πού θά γίνουνε στόν καιρό τους. Κι’ ὁ λαός περίμενε νά βγεῖ ἀπό τό ἱερό. Καί σάν ἐβγῆκε, δέν μποροῦσε νά μιλήσει, καί καταλάβανε πώς εἶδε κάποια ὀπτασία μέσα στό ἱερό. Κι’ ἐκεῖνος τούς ἔγνεφε κ’ ἤτανε κουφός».

Κι’ ἀληθινά γενήκανε ὅλα ὅπως τά εἶχε πεῖ ὁ ἄγγελος στόν Ζαχαρία, κι’ ἔνοιωσε πώς ἀπόμεινε βαρεμένη ἡ Ἐλισσάβετ, κι’ ἔκρυβε τόν ἑαυτό της πέντε μῆνες.

Καί σάν ἦρθε ὁ καιρός νά γεννήσει, γέννησε ἀρσενικό. Καί σάν τ’ ἀκούσανε οἱ γειτόνοι κι’ οἱ συγγενεῖς της, πήγανε καί τή συγχαρήκανε. Κι’ ὕστερα ἀπό ὀχτώ μέρες, πήγανε οἱ συγγενεῖς γιά νά κάνουνε τήν περιτομή τοῦ παιδιοῦ καί τό φωνάξανε μέ τόνομα τοῦ πατέρα του Ζαχαρία.

Κι’ ἡ μητέρα τοῦ εἶπε: Ὄχι, θά τό βγάλουμε Ἰωάννη. Κι’ οἱ ἄλλοι τῆς εἴπανε πώς κανένας στό σόγι σας δέν ἔχει αὐτό τόνομα. Ρωτούσανε καί τόν πατέρα του μέ νοήματα τί θέλει νά τό βγάλουνε τό παιδί. Καί ᾽κεῖνος ζήτησε πινακίδι κι’ ἔγραψε: Ἰωάννης εἶναι τόνομά του. Κι’ ὅλοι θαυμάσανε.

Τότες ἄνοιξε μονομιᾶς τό στόμα του κι’ ἡ γλώσσα του σάλεψε καί μιλοῦσε καί φχαριστοῦσε τό Θεό. Κι’ ὅσοι βρεθήκανε στό σπίτι φοβηθήκανε καί διαλαληθήκανε ὅσα γινήκανε σ’ ὅλα τά βουνά τῆς Ἰουδαίας.

Κι’ ὁ Ζαχαρίας φωτίσθηκε ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα καί προφήτεψε κι’ εἶπε: «Βλογημένος νά ᾽ναι ὁ Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, γιατί θυμήθηκε κι’ ἔστειλε λύτρωση στό λαό του, καί σήκωσε ἀπάνω κι’ ἔσωσε τό σπίτι τοῦ Δαυίδ τοῦ παιδιοῦ του, καί δέν ξέχασε τόν ὅρκο πού ἔδωσε στόν Ἀβραάμ τόν πατέρα μας. Κι’ ἐσύ, παιδί μου, θά γίνεις προφήτης τοῦ Ὑψίστου, καί θά περπατήξεις μπροστά ἀπό τόν Κύριο γιά νά ἑτοιμάσεις τό δρόμο του καί νά δώσεις στό λαό του γνώση καί σωτηρία, ἐπειδή τόν σπλαχνίσθηκε ὁ Θεός μας καί συγχώρησε τίς ἁμαρτίες του, κι’ ἦρθε ἀπάνω μας ἀνατολή ἀπό ψηλά, γιά νά φωτίσει ἐκείνους πού κάθουνται στό σκοτάδι καί στόν ἴσκιο τοῦ θανάτου, καί νά ὁδηγήσει τά πόδια μας σέ δρόμο εἰρήνης». Καί τό παιδί μεγάλωνε καί δυνάμωνε τό πνεῦμα του, καί ζοῦσε στίς ἐρημιές, ὡς τή μέρα πού φανερώθηκε καί κήρυχνε στούς Ἰσραηλίτες (Λουκ. α΄, 5 κ.ἑξ.).

Στά δεκαπέντε χρόνια ἀπό τή μέρα πού βασίλεψε στή Ρώμη ὁ Τιβέριος, τόν καιρό πού ἤτανε ἡγεμόνας τῆς Ἰουδαίας ὁ Πόντιος Πιλάτος, κι’ ἤτανε τετράρχης τῆς Γαλιλαίας ὁ Ἡρώδης, γίνηκε λόγος τοῦ Θεοῦ στόν Ἰωάννη τό γυιό τοῦ Ζαχαρία, πού ζοῦσε στήν ἔρημο, καί πῆγε στά περίχωρα τοῦ Ἰορδάνη, κηρύχνοντας νά μετανοοῦνε καί νά βαφτίζουνται γιά νά συγχωρηθοῦνε οἱ ἁμαρτίες τους.

Κι’ ἔλεγε σέ κείνους πού πηγαίνανε νά βαφτισθοῦνε: «Γεννήματα τῆς ὀχιᾶς, ποιός σᾶς ἔδειξε νά φύγετε ἀπό τήν ὀργή πού ἔρχεται καταπάνω σας; Κάνετε λοιπόν καρπούς ἄξιους τῆς μετάνοιας, καί μήν πιάνετε καί λέτε: ἐμεῖς ἔχουμε πατέρα τόν Ἀβραάμ. Γιατί σᾶς λέγω πώς ὁ Θεός μπορεῖ ἀπό τοῦτα τά λιθάρια νά ἀναστήσει παιδιά τοῦ Ἀβραάμ. Καί τό τσεκούρι εἶναι κιόλας κοντά στή ρίζα τῶν δέντρων  κάθε δέντρο πού δέν κάνει καρπό καλό, κόβεται, καί ρίχνεται στή φωτιά».

Μία μέρα καθότανε ὁ Ἰωάννης μέ τούς μαθητάδες του, Ἀνδρέα κι’ Ἰωάννη, κι’ εἴδανε τόν Χριστό ἀπό μακριά. Τότε γύρισε ὁ Πρόδρομος καί τούς λέγει: «Νά τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει ἀπάνω του τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου». Κι’ οἱ δύο μαθητές του ἀκολουθήσανε τόν Χριστό.

Μετά καιρό, ἔστειλε ὁ Πρόδρομος δύο μαθητές του νά ρωτήσουνε τόν Χριστό: «Ἐσύ εἶσαι αὐτός πού θάρθει, ἤ ἄλλον περιμένουμε;» Καί τόκανε αὐτό γιά νά φανεῖ πώς ὁ Χριστός ἤτανε ὁ Μεσσίας. Τήν ὥρα πού πήγανε, ὁ Χριστός εἶχε γιατρέψει πολλούς ἀρρώστους. Καί σάν τόν ρωτήσανε ἄν εἶναι αὐτός ὁ Μεσσίας ἤ περιμένουνε ἄλλον, τούς ἀποκρίθηκε: «Πηγαίνετε καί πέστε στόν Ἰωάννη ὅσα εἴδατε κι’ ὅσα ἀκούσατε  τυφλοί βλέπουνε, κουτσοί περπατοῦνε, λεπροί καθαρίζονται, κουφοί ἀκοῦνε, νεκροί ἀναστήνουνται, φτωχοί παίρνουνε ἐλπίδα. Κι’ εἶναι καλότυχος ὅποιος δέν θά σκανδαλισθεῖ γιά μένα καί θά μέ πιστέψει». Σάν φύγανε οἱ μαθητές τοῦ Ἰωάννη, ὁ Χριστός γύρισε κι’ εἶπε στούς Ἰουδαίους γιά τόν Ἰωάννη: «Τί βγήκατε νά δῆτε στήν ἔρημο; Κανένα καλάμι πού νά τό σαλεύει ὁ ἄνεμος;

Τί βγήκατε νά δῆτε; Κανέναν ἄνθρωπο ντυμένον μέ μαλακά ροῦχα; Νά, ὅσοι εἶναι ντυμένοι μ’ ἀκριβά καί μαλακά ροῦχα, κάθουνται στά παλάτια.

Τί βγήκατε λοιπόν νά δῆτε; Κανέναν προφήτη; Ναί, σᾶς λέγω, καί περισσότερο ἀπό προφήτη. Γι’ αὐτόν εἶναι γραμμένο: ‘Νά, ἐγώ στέλνω τόν ἄγγελό μου πρίν ἀπό τό πρόσωπό σου πού θά ἑτοιμάσει τό δρόμο σου μπροστά σου’. Λοιπόν σᾶς λέγω, κανένας προφήτης ἀπ’ ὅσους γεννήσανε γυναῖκες δέν εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τόν Ἰωάννη τόν βαπτιστή» (Λουκ. γ΄, 1-9 καί ζ΄, 18-28).

Ἕναν τέτοιον ἅγιο δέν ἔχουμε καιρό νά γιορτάσουμε. Ἔχουμε ὅμως καιρό νά γιορτάζουμε καί νά κάνουμε φαγοπότια ὅπως ἔκανε ὁ Ἡρώδης, σέ καιρό πού πεινᾶνε χιλιάδες ἀδέλφια μας. Ἀπάνω σ’ ἕνα τέτοιο φαγοπότι μαρτύρησε ὁ Πρόδρομος, κι’ αὐτή τήν ἱστορία τήν ξέρουνε ὅλοι. Αὐτός ὁ τύραννος, γιά νά γίνει τετράρχης τῆς Ἰουδαίας, σκότωσε πολλούς ἐχθρούς του.

Στόν καιρό του ὁ κόσμος εἶχε γεμίσει ἀπό σκοτωμό καί σκληροκάρδια. Οἱ λεγεῶνες τῆς Ρώμης σφαζόντανε μεταξύ τους. Ὁ Καίσαρας, ὁ Πομπήιος, ὁ Ἀντώνιος, ὁ Ὀκτάβιος, ὁ Βροῦτος, ὁ Κάσσιος πολεμούσανε ὁ ἕνας καταπάνω στόν ἄλλον γιά τό ποιός θά ἐξουσιάζει τήν οἰκουμένη.

Οἱ πιό μικροί σατράπες, σάν τόν Ἡρώδη, τρωγόντανε κι’ αὐτοί μεταξύ τους καί κολλούσανε σ’ ἕνα δυνατόν ὁ καθένας. Ὁ Ἡρώδης ἤτανε φίλος μέ τόν Ἀντώνιο πού πῆρε στήν ἐξουσία τοῦ τήν Ἀσία ὕστερα ἀπό τή μάχη πού ἔγινε στούς Φιλίππους.

Σάν σκότωσε ὅλους τούς ἐχθρούς του, ἀπόμεινε ἕνας μοναχός πού τόν λέγανε Ὑρκανό, κ’ ἤτανε ἀρχιερέας, μά ἔκρυβε πονηρά τήν ἔχθρητά του ὡς νά μπορέσει νά τόν ξαποστείλει κι’ αὐτόν στόν ἄλλον κόσμο. Στήν πονηριά ἤτανε τέτοιος, πού ὁ Χριστός τόν ἔλεγε πονηρή ἀλεποῦ.

Μά ἡ πεθερά τοῦ Ἡρώδη Ἀλεξάνδρα, πού ἤτανε κόρη τοῦ Ὑρκανοῦ, κατάλαβε τόν κακό σκοπό του, κ’ ἔγραψε στή βασίλισσα τῆς Αἰγύπτου τήν Κλεοπάτρα καί τήν παρακαλοῦσε νά μιλήσει στόν Ἀντώνιο, τόν ἐραστή της, γιά τό γυιό της τόν Ἀριστόβουλο.

Κεῖνες τίς μέρες πῆγε στήν Ἱερουσαλήμ ἕνας φίλος τοῦ Ἀντωνίου λεγόμενος Δήλιος. Καί σάν εἶδε τόν Ἀριστόβουλο καί τήν ἀδελφή του Μαριάμη, ἀπόμεινε σαστισμένος ἀπ’ τήν ἐμορφιά τους, κι’ εἶπε στήν Ἀλεξάνδρα νά στείλει στό μασκαρά τόν Ἀντώνιο τίς ζωγραφιές τους. Σάν τίς εἶδε ὁ Ἀντώνιος, πολύ εὐχαριστήθηκε κι’ ἔγραψε νά τοῦ στείλουνε τόν Ἀριστόβουλο.

Μά ὁ Ἡρώδης, πού εἶχε μυρισθεῖ τά σχέδια τῆς Ἀλεξάνδρας, ἔγραψε στόν Ἀντώνιο πώς ἄν ἔφευγε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ὁ Ἀριστόβουλος, θά γινόντανε ταραχές κι’ ἀκαταστασίες. Τήν Ἀλεξάνδρα τήν πρόσταξε νά κάθεται στήν Ἱερουσαλήμ, γιά νά βλέπει τί κάνει, γι’ αὐτό καί ᾽κείνη ἔγραψε καί παραπονιότανε στήν Κλεοπάτρα, πού τῆς μήνυσε νά πάρει τόν Ἀριστόβουλο καί νά πάγει στήν Αἴγυπτο.

Γιά νά ξεφύγει λοιπόν ἀπό τά νύχια τοῦ Ἡρώδη, εἶπε καί φτιάξανε δύο σεντούκια καί στόνα μπῆκε αὐτή καί στ’ ἄλλο ὁ Ἀριστόβουλος. Ἀλλά τούς πρόδωσε στόν τύραννο ἕνας ὑπηρέτης του, καί τούς πιάσανε καί τούς πήγανε στήν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Ἡρώδης ἔκανε πώς τούς συγχώρησε, μά σέ λίγον καιρό βρῆκε εὐκαιρία νά ἐκδικηθεῖ.

Μία βραδιά ἡ Ἀλεξάνδρα τόν προσκάλεσε σ’ ἕνα συμπόσιο πού ἔκανε στήν Ἱεριχώ, κι’ αὐτός προσκάλεσε τούς φίλους του νά κολυμπήσουνε στίς θαυμαστές γοῦρνες πού εἶχε κανωμένες γιά νά διασκεδάζει. Ἔτσι, ἐκεῖ πού κολυμπούσανε καί παίζανε μεταξύ τους, πνίξανε τόν δυστυχισμένο τόν Ἀριστόβουλο. Ὁ Ἡρώδης ἔκανε πώς πικράθηκε πολύ κι’ ἔθαψε τόν Ἀριστόβουλο μέ μεγάλη πομπή, μά ὁ κόσμος ἤξερε πώς αὐτός τόν σκότωσε.

Ὅλη ἡ ζωή του στάθηκε γεμάτη ἀπό φονικά καί ραδιουργίες. Στό τέλος ἀρρώστησε καί σκουλήκιασε τό κορμί του, καί πέθανε ὕστερα ἀπό μεγάλη ἀγωνία στό 2 μ.Χ. Ἀνάμεσα λοιπόν στά τερατουργήματα πού ἔκανε ἤτανε κ’ ἡ σφαγή τῶν 14.000 νηπίων κατά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, κι’ ὁ ἀποκεφαλισμός τοῦ Προδρόμου, σ’ ἕνα συμπόσιο πού ἔκανε, ὅπου ἡ γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου, Ἡρωδιάδα, ἔβαλε τήν κόρη της Σαλώμη καί χόρεψε μπροστά του γυμνή. Καί τόσο ἐνθουσιάσθηκε ὁ τύραννος ἀπό τό χορό, πού ἔταξε στή Σαλώμη νά τῆς δώσει τό μισό βασίλειό του.

Μά ἐκείνη, δασκαλεμένη ἀπό τή μάνα της, πού ἐχθρευότανε τόν Ἰωάννη ἐπειδή τή μάλωνε γιατί ζοῦσε μέ τόν ἀδελφό τοῦ ἀνδρός της, τοῦ ζήτησε τό κεφάλι τοῦ Προδρόμου. Ὁ Ἡρώδης στεναχωρήθηκε, γιατί κατά βάθος κι’ αὐτό τό θηρίο σεβότανε τόν Ἰωάννη γιά ἅγιο, καί μαζί μ’ αὐτό φοβότανε καί τόν κόσμο πού τιμοῦσε τόν Ἰωάννη σάν προφήτη.

Ἐπειδή ὅμως εἶχε πάρει ὅρκο, ἔστειλε ἕνα στρατιώτη καί τόν ἀποκεφάλισε μέσα στή φυλακή, κι’ ἡ Σαλώμη ἔφερε τό κεφάλι καί τόβαλε ἀπάνω στό τραπέζι, σ’ ἕνα ματωμένο δίσκο. Καί τότε, ἐκείνη ἡ φρενιασμένη τίγρη εὐχαριστήθηκε καί τρύπησε τή γλώσσα του μέ μία βελόνα γιά νά τήν ἐκδικηθεῖ, ἐπειδή ὁλοένα ἔλεγε: «Μετανοεῖτε!». Καί, ὤ τοῦ θαύματος, μόλις τρύπησε τή γλώσσα του ἡ πόρνη, μίλησε κ’ εἶπε πάλι: «Μετανοεῖτε!»

Αὐτά γινήκανε μέσα σ’ ἕνα ἀσβολερό φρούριο πού τό λέγανε Μαχαιρούντα, στά βουνά τῆς Περαίας. Τό ἁγιασμένο λείψανο πρόσταξε ὁ Ἡρώδης νά τό θάψουνε μαζί μέ τό κεφάλι, μά ἡ Ἡρωδιάδα ζήτησε νά θάψουνε τήν κεφαλή χωριστά, ἀπό τό φόβο της μήν κολλήσει μέ τό κορμί καί ζωντανέψει καί σηκωθεῖ ἀπάνω.

Οἱ μαθητές τοῦ Ἰωάννου πήγανε νύχτα καί κλέψανε τό σῶμα του καί τό θάψανε σ’ ἄλλο μέρος. Αὐτό τό μακάριο τέλος ἔλαβε γιά τήν ἀλήθεια ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, τό χελιδόνι πού ἔφερε τήν ἄνοιξη στόν ἁμαρτωλό τόν κόσμο ὁπού τόν ἔδερνε χειμώνας βαρύς.

Ἀπό τούς μαθητάδες του, δύο πήγανε μέ τόν Χριστό, κι’ ἄλλοι ἀπομείνανε χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστό, καί κάνανε μίαν αἵρεση πού λεγότανε Προδρομίτες, κι’ ἀπό τόν Ἰορδάνη ἔφταξε ὡς τό Χουσιστᾶν τῆς Περσίας, καί βρίσκονται ἀκόμα.

Οἱ ἴδιοι λένε τούς ἑαυτούς τούς Ναζωραίους, ἐνῶ οἱ μωχαμετάνοι τούς λένε Σαβί. Πιστεύουνε πώς ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ πιό μεγάλος προφήτης, καί πώς ὁ Θεός θά στείλει ἕνα θεάνθρωπο πού τόν λένε Μαντάι Ἰαχία, πού θά πεῖ ‘Λόγος τῆς ζωῆς’ γιά τοῦτο τούς λένε καί Μανταίους. Γι’ αὐτόν τόν θεάνθρωπο διδάσκουνε πώς βαφτίσθηκε ἀπό τόν Πρόδρομο καί πώς ἔζησε λίγον καιρό στόν κόσμο καί πώς ἔκανε θαύματα, καί πώς σταυρώθηκε, ὡστόσο δέν παραδέχουνται πώς αὐτός εἶναι ὁ Χριστός.

Ἔχουνε κάποια ἱερά βιβλία μέ τ’ ὄνομα Λόγοι τῆς ζωῆς, τούς Ψαλμούς, ἕνα ἄλλο βιβλίο πού τό λένε Ζεβούρ, πού λένε πώς εἶναι πολύ ἀρχαῖο, γραμμένο ἀπό τόν Ἀδάμ, σέ γλώσσα χαλδαϊκή, κι’ ἀκόμα ἕνα πού τό λένε Διβᾶν. Συμπαθοῦνε τούς χριστιανούς, μά ἐχθρεύουνται τούς μωχαμετάνους.

 

Φώτης Κόντογλου 

 

Ἀπό τό Βιβλίο τοῦ Φώτη Κόντογλου, Γίγαντες ταπεινοί,

Ἐκδόσεις Ἀκρίτας 2000