«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Ἰησοῦς Χριστός (Ἰωάν. ιστ΄33).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἁγιασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἁγιασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

Καλή σχολική χρονιά!

 



Καλή σχολική χρονιά!

Τὸ σχολεῖο ξεκινᾶ
κι ἔχουμε χαρά μεγάλη,
ὁ Ἱερέας εὐλογεῖ,
τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προσκαλεῖ,
γίνεται ὁ ἁγιασμός,
χαίρεται ὁ Οὐρανός.

Προσκυνοῦμε τὸν σταυρό
καὶ φοβᾶται ὁ ἐχθρός,  
μᾶς ὰγιάζει ὁ Θεός
καὶ τὸν τρέμει ὁ πονηρός
πάντα ὁ Χριστός νικάει,
τὰ παιδιά Του εὐλογάει! 

Καλή μας φώτιση!

Μὲ ἀγάπη Χριστοῦ
 
Μαρία

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

Tοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀνθίμου ἐπισκόπου Νικομηδείας

 


 

 

Tοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀνθίμου ἐπισκόπου Νικομηδείας

Τμηθείς κεφαλήν μάρτυς Ἄνθιμε ξίφει,

Καί νεκρός ἀνθεῖς εἰς δόξαν Θεοῦ τρίχας.

Οὗτος ὁ ἅγιος Ἄνθιμος ἤχθη δεδεμένος διά τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἐνώπιον τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει 288· εὑρίσκοντο δέ ἐκεῖ ἔμπροσθεν ἐρριμμένα καί ὅλα τά βασανιστήρια ὄργανα πρός φόβον τοῦ μάρτυρος· ἐπειδή λοιπόν ἐρωτήθη τί πιστεύει, ἀπεκρίθη ὁ μάρτυς καί ἐκήρυξε παρρησίᾳ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός ὁ ἀληθινός· ὅθεν ἐτζάκισαν τόν λαιμόν του καί ἐτρύπησαν αὐτόν μέ πυρωμένα σίδηρα. Ἁπλωθείς δέ γυμνός ἐπάνω εἰς τοῦβλα, δέρεται μέ ῥαβδία, καί ὑποδεθείς μέ ὑποδήματα χάλκινα πυρωμένα, βιάζεται νά περιπατῇ μέ αὐτά. Ἔπειτα δένεται ἀπό ἕνα τροχόν· τοῦ δέ τροχοῦ συχνά περιστρεφομένου, οἱ δήμιοι ἐζήτουν νά καύσουν τόν μάρτυρα μέ λαμπάδας ἀναμμένας· διά τοῦτο, ὁ μέν τροχός ἐστάθη παραδόξως καί δέν ἐγύριζεν, αἱ δέ λαμπάδες ἔπεσον ἀπό τάς χεῖρας τῶν δημίων, καί θεῖος Ἄγγελος ἐλθών ἔρριψεν αὐτούς κατά γῆς ἡμιθανεῖς. Μετά ταῦτα δένεται ὁ ἅγιος μέ βαρείας ἁλύσεις καί κλείεται ἐντός φυλακῆς· τελευταῖον δέ ἀποτέμνεται τήν κεφαλήν, καί μετά τήν ἀποτομήν βλαστάνει τρίχας παραδόξως.

Δέν εἶναι σήμερα κατώτερο τό μαρτύριο πού καλούμαστε καί ἐμεῖς νά ἀγκαλιάσουμε

Τί νά ποῦμε; Πρῶτα νά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό, σᾶς παρακαλῶ. Γιατί, ἄν δοῦμε σωστά τά πράγματα μέ τό φῶς τοῦ Θεοῦ, μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι μεγάλη εὐλογία, μεγάλη χάρη τό ὅτι αὐτή τήν ὥρα εἴμαστε ἐδῶ στόν ναό – ὅσοι μπορέσαμε καί ἤρθαμε. Ὅπως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, κάτι θά ὠφεληθεῖ ἡ ψυχή μας. Νά εὐχαριστήσουμε γι ̓ αὐτό τόν Θεό καί νά τόν εὐχαριστήσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας. Καί ἐπίσης νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο, πού μᾶς ἔδωσε αὐτό τό λίγο κουράγιο νά ἀφήσουμε αὐτή τήν ὥρα τήν ὅποια ἀνάπαυση καί νά ἔρθουμε ἐδῶ, νά μᾶς μυήσει στόν δρόμο τόν ἀληθινό, στόν δρόμο τῆς σωτηρίας, ὅπως μύησε ὅλους τούς ἁγίους.

Τί νά ποῦμε; Σήμερα ἔχουμε τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα Ἄνθιμο πρῶτα, ἐπίσκοπο Νικομηδείας. Ἔχουμε πεῖ καί ἄλλες φορές ὅτι ὁ Κύριος μαρτύρησε πρῶτος, καί ἐπί τριακόσια χρόνια ὅλοι ὅσοι ἀκολούθησαν τόν Κύριο μαρτυροῦσαν, καί ἔτσι ἔχουμε πολλούς-πολλούς μάρτυρες. Καί ἀργότερα, ὅταν σταμάτησαν τά μαρτύρια –ἔτσι ὅρισε ὁ Θεός· ἀνέδειξε αὐτοκράτορα τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος τά κατήργησε ὅλα αὐτά– οἱ εὐλαβεῖς, οἱ εὐσεβεῖς ψυχές, πού εἶχαν ἀγάπη στόν Χριστό, εἶδαν ὅτι κινδυνεύουν στόν κόσμο, καθώς ἄρχισε νά μπαίνει μέσα στήν Ἐκκλησία τό κοσμικό πνεῦμα, καί ἔφυγαν στήν ἔρημο. Καί ἐκεῖ ἡ καθεμιά ψυχή ἔζησε τό δικό της μαρτύριο, τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως· πού ἀπό κάποια πλευρά δέν εἶναι μικρότερο οὔτε λιγότερο ἀπό τό μαρτύριο τοῦ αἵματος.

Γι ̓ αὐτό εἶπα νά παρακαλέσουμε ἀπόψε τόν Θεό, διά πρεσβειῶν ὅλων τῶν ἁγίων καί ἰδιαίτερα τῶν σημερινῶν, νά μᾶς δώσει πνεῦμα θυσίας, πνεῦμα μαρτυρίου. Διότι, ἐάν δέν τολμήσει κανείς νά μυηθεῖ σ ̓ αὐτή τή σκέψη, δέν θά βρεῖ, νομίζω, τόν δρόμο καί δέν θά εὐαρεστήσει στόν Θεό.

Αὐτό πού ὅλο λέμε, νά ἀπαρνούμαστε τόν ἑαυτό μας –πού τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: Εἰ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν – αὐτό εἶναι τό μαρτύριο. Αὐτός πού θά πάρει τή γενναία ἀπόφαση νά τό κάνει, ἀλλά καί συνέχεια θά παρακολουθεῖ τόν ἑαυτό του κατά πόσο εἶναι σ ̓ αὐτόν τόν δρόμο νά ἀπαρνεῖται τόν ἑαυτό του, αὐτός μαρτυρεῖ. Ἀπαρνεῖσαι τόν ἑαυτό σου ὅ,τι κι ἄν στοιχίσει, σηκώνεις τόν σταυρό καί ἀκολουθεῖς τόν Κύριο. Καί μετά ὁ καθένας, ἀνάλογα σέ ποιά ἐποχή ζεῖ, ἀγκαλιάζει, ἀγαπᾶ τό μαρτύριό του.

Τότε, τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες, στήν πράξη ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του γιά τόν κάθε χριστιανό ἦταν τό μαρτύριο. Μέ αὐτή τήν προοπτική ἄκουσαν καί κατάλαβαν τό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι δέχθηκαν τά λόγια του, πίστεψαν καί παραδόθηκαν στόν Χριστό. Καί ἔτσι – ὅσο κι ἄν μᾶς φαίνεται παράξενο, καθώς ἐμεῖς εἴμαστε καλομαθημένοι – θεωροῦσαν τό μαρτύριο, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μαρτύρησε, σάν νά ἦταν τό πιό φυσιολογικό πράγμα. Καί ἔρχονταν τά πράγματα στόν καθένα ἀνάλογα μέ τό πῶς τά οἰκονομοῦσε ὁ Θεός. Ἄλλος πονοῦσε πολύ, ἄλλον ἔβρισκε τρόπο νά τόν ἀνακουφίζει ὁ Κύριος, γιά ἄλλον ἐπέτρεπε μέ τήν πρώτη, τρόπον τινά, νά τελειώσει, ἄλλον τόν θεράπευε καί ξαναπάθαινε καί ἄλλα.

Δέν νομίζω ὅτι σήμερα εἶναι κατώτερο τό μαρτύριο πού καλούμαστε καί ἐμεῖς νά ἀγκαλιάσουμε καί νά τό ἀγαπήσουμε. Ὁ ἴδιος Χριστός εἶναι καί τώρα, ἡ ἴδια Ἐκκλησία, τό ἴδιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό ἴδιο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί ἐμεῖς, νά, εἴμαστε ἄνθρωποι ὄχι ἀλλιώτικοι, ἀλλά ὅπως ἦταν οἱ τότε ἄνθρωποι, ὅπως ἦταν οἱ κατοπινοί καί ὅπως εἶναι πάντοτε οἱ ἄνθρωποι· ἴδια εἶναι ὅλα.

Βέβαια τό πνεῦμα σήμερα εἶναι διαφορετικό· ὅλα εἶναι ἐναντίον τοῦ νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας. Ἀλλά εἶναι καί αὐτό ἕνα μαρτύριο. Τό νά μήν παρασυρθεῖς, νά μήν ἀποκοιμηθεῖς, νά μήν ἀδρανήσεις, νά μήν κυριεύεσαι ἀπό ὅλα ὅσα αἰχμαλωτίζουν τήν ψυχή, αὐτά ἀκριβῶς εἶναι ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας· καί βλέπει κανείς στήν πράξη ὅτι εἶναι ἕνα μαρτύριο αὐτό. Ἀλλά ἀγαπᾶ τό μαρτύριο καί τό ἀγκαλιάζει.

Ἀφήνεις μέσα σου νά δουλεύει συνέχεια τό πῶς θά ἀποφύγεις τό μαρτύριο

Ἐμεῖς κάτι ἔχουμε πάθει καί μοιάζει σάν νά μᾶς ἐγκατέλειψε ὁ Θεός, σάν νά μᾶς ἀπέρριψε. Μοιάζει ἔτσι. Δέν μᾶς ἀπέρριψε ὁ Θεός, δέν μᾶς ἐγκατέλειψε, ἀλλά ἡ στάση ἡ μαλθακή πού παίρνουμε καί τό ὅτι θέλουμε νά βολέψουμε τόν ἑαυτό μας, δέν μᾶς ἀφήνουν νά βροῦμε τόν Θεό, νά τόν δεχθοῦμε, νά ἔχουμε κοινωνία μαζί του, καί ἔτσι νά εἶναι ζωντανή ἡ ψυχή μας. Χρειάζεται καί ἐμεῖς σήμερα νά βροῦμε ποιό εἶναι τό μαρτύριο γιά μᾶς. Καί εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νά ἀπαρνούμαστε τόν ἑαυτό μας. Σκεφτεῖτε τώρα οἱ πρῶτοι χριστιανοί νά ἀσχολοῦνταν μέ τέτοια ἐρωτήματα: «Πάλι μᾶς κυνηγοῦν, πάλι μᾶς διώκουν. Τί θά κάνουμε; Γιατί τά ἀφήνει ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα;» Πουθενά δέν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Δέχονται τό μαρτύριο. Καί οἱ ὅσιοι πού σηκώνονται καί πηγαίνουν στήν ἔρημο, συνηθισμένοι ἄνθρωποι εἶναι καί αὐτοί. Ὅμως δέν ἀσχολοῦνται, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς συνέχεια, μέ τό: «Δέν περνοῦμε καλά, δέν ἔχουμε ὅλες τίς ἀνέσεις, δέν ἔχουμε τήν ὑγεία μας». Οὔτε κατά διάνοιαν τέτοια πράγματα· αὐτό δηλαδή πού κάνει ὁ σημερινός χριστιανός, πού συνέχεια τρώγεται, ἄς ποῦμε, μέ τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες καί μέ τόν ἑαυτό του. Ἐνῶ πρέπει νά δεχθοῦμε ὅτι τό μαρτύριό μας εἶναι αὐτό: νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας.

Καί κάνει ἐντύπωση, ὅπως προσέχω, πῶς τά μπερδεύουν ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού ὑποτίθεται ὅτι ἀκοῦν περισσότερα, καταλαβαίνουν περισσότερο ἤ εἶναι, ἄς ποῦμε, πιό πολύ στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἄλλα λέμε, ἄλλα καταλαβαίνουν καί μπερδεύονται. Αὐτό δέν γίνεται τυχαῖα, ἀλλά ἐπειδή ἀφήνεις μέσα σου νά δουλεύει συνέχεια τό πῶς θά ἀποφύγεις τό μαρτύριο, πῶς θά τά καταφέρεις νά μήν πάθεις τίποτε, πῶς θά καλοπιάσεις, θά καλοβολέψεις τόν ἑαυτό σου. Ἔτσι δουλεύεις μέσα σου. Πῶς ὕστερα δέν θά παρεξηγήσεις, δέν θά παρερμηνεύσεις ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀκοῦς, καί πού θά ἔπρεπε νά τά καταλάβεις σωστά καί νά ἐνεργεῖς σωστά;

«Νά ἀπαρνηθεῖς τόν ἑαυτό σου». Αὐτό κι ἄν δέν εἶναι μαρτύριο!

Θά ἤθελα νά πῶ δύο πράγματα. Τό ἕνα εἶναι ὅτι σήμερα συντελοῦν πολλές καταστάσεις στό νά μᾶς κάνουν νά μή θέλουμε νά μαρτυρήσουμε. Δέν εἴμαστε καθόλου αὐτοῦ τοῦ πνεύματος. Σάν νά θέλουμε νά πᾶμε ἀπό ἄλλον δρόμο νά βροῦμε τόν Χριστό, ἐνῶ αὐτός εἶναι ὁ δρόμος. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος. Μή γυρεύουμε συνεχῶς τή βόλεψή μας. Τό ἄλλο πού θά πῶ – δέν ξέρω, μπορεῖ νά εἶναι μιά ὑπερβολή, νά εἶναι μεγάλος λόγος – εἶναι τό ἑξῆς: Ἐάν δοῦμε τό βάθος τοῦ μαρτυρίου πού καλοῦνται σήμερα προπαντός ὁρισμένες ψυχές νά ὑποστοῦν, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη θά ὁμολογήσουμε ὅτι αὐτό τό μαρτύριο μπορεῖ νά ξεπερνάει ἀπό κάποια πλευρά καί τά παλιά μαρτύρια. Δέν ξέρω, τό λέω μέ φόβο καί μέ ἐπιφύλαξη.

Κάτι εἴχαμε πεῖ καί ἄλλη φορά, καί κάποτε ἴσως τό ἐξηγήσουμε καλύτερα αὐτό. Ὅταν διαβάζαμε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅτι πετροβόλησαν τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τόν ἄφησαν σχεδόν νεκρό, εἴχαμε πεῖ ὅτι κάτι τέτοια γίνονται καί βαθιά μέσα στήν ψυχή, χωρίς νά ἀκούει, νά βλέπει ἤ νά καταλαβαίνει κανένας. Μερικές ψυχές δέχονται κατά πνευματικό τρόπο, ἄς ποῦμε, πετροβολήματα, πού καμιά φορά αὐτά μπορεῖ νά εἶναι πιό ὀδυνηρά ἀπό τά σωματικά γιά κάποιους λόγους. Νά τό λάβουμε, παρακαλῶ, ὑπ ̓ ὄψιν μας.

Δηλαδή νά προσέξουμε καί νά καταλάβουμε ὅτι μᾶς κάνει τήν τιμή σήμερα ὁ Θεός, καθώς ἐμεῖς ξεφεύγουμε ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ καί θέλουμε νά γλιτώσουμε, ναί, μᾶς κάνει τέτοια τιμή, σάν – ἄν ἐπιτρέπεται νά πῶ – νά μᾶς τό φέρνει τό μαρτύριο στό πιάτο· καί ἐπίσης νά καταλάβουμε καλά ὅτι χρειάζεται νά ἀγαπήσουμε τό μαρτύριο καί νά μή λοξοδρομοῦμε. Ἀγκάλιασέ το, δέξου τό μαρτύριο. Ἐπαναλαμβάνω, εἶναι νά ἀπορεῖ κανείς – πρῶτα γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μου ἀπορῶ καί ἔπειτα γιά ὅλους μας. Πῶς, ἄς ποῦμε, θέλουμε ἐμεῖς νά εἴμαστε σήμερα χριστιανοί, τή στιγμή πού μήν τυχόν περάσει αὐτή ἡ ἰδέα μέσα μας, ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶναι μαρτύριο!

Ἐδῶ θά δείξουμε ἄν πιστεύουμε στόν Χριστό. Καί μήν ἀρχίσουμε νά λέμε: «Γιατί νά εἶναι τόσο δύσκολα τά πράγματα;» Δέν εἶναι· δέν εἶναι. Ὅταν ἁπλῶς μέ τό δικό μας τό μυαλό τά μελετοῦμε καί, ἄς ποῦμε, θέλουμε νά τά καταλάβουμε, ἀσφαλῶς, ἀνθρωπίνως θά τά δοῦμε ἔτσι ὅπως τά βλέπουμε. Ἀλλά ἐδῶ καλεῖσαι νά πιστέψεις στόν Χριστό. Μαρτύρησε ἐκεῖνος καί μᾶς καλεῖ ὅλους στό μαρτύριο· μᾶς λέει ἀναφανδόν: «Νά ἀπαρνηθεῖς τόν ἑαυτό σου». Αὐτό κι ἄν δέν εἶναι μαρτύριο. Καί νά τό κάνουμε.

 

 Πηγή: agia-triada-panorama.gr

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Τὰ ὅπλα τοῦ Χριστιανοῦ στὸν πνευματικό ἀγώνα - Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

 

 
Ὅπως στεκόταν στὸν παράδεισο (Γέν. 3:24), ἔτσι στέκεται καὶ τώρα ἀπειλητικὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο ὁ θανάσιμος ἐχθρός του, τὸ πεσμένο «Χερουβείμ», μὲ τὸ περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος. Ἀδιάκοπα καὶ ἀδιάλλακτα πολεμάει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, προσπαθώντας νὰ τὸ παρασύρει στὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν Του καὶ σὲ ὄλεθρο μεγαλύτερο ἀπὸ ἐκεῖνον τῶν προπατόρων μας. Δυστυχῶς, μὲ κάθε ἐπιτυχία του ὁ ἐχθρὸς ἐνθαρρύνεται καὶ γίνεται πιὸ ἐπιθετικός.

Τὸ περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος ποὺ ἔχει στὸ χέρι του ὁ ἄρχοντας τοῦ ἀέρα, εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὁσίου Μακαρίου του Μεγάλου, (1) ἡ δυνατότητα τῶν δαιμόνων νὰ περιστρέφουν τὴ διάνοια καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, σαλεύοντας καὶ φλογίζοντάς τες μὲ ποικίλα πάθη. Ὁ ἀπόστολος κάνει λόγο γιὰ «τὰ φλογισμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Ἐφ. 6:16), ἐνῶ ὁ προφήτης παρομοιάζει τὴν ἐπενέργεια τοῦ διαβόλου στὴν ψυχὴ μὲ «τὴ φωτιὰ ποὺ καίει τ’ ἀγκάθια» (Ψαλμ. 117:12).

Ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος γράφει: «Ἀπὸ τότε ποὺ ἔκανε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐξοριστεῖ, ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς του, ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὸν Θεό, ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονες ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ σαλεύει νοητὰ μέρα καὶ νύχτα τὸ λογιστικὸ κάθε ἀνθρώπου, ἄλλου λίγο, ἄλλου πολὺ καὶ ἄλλου πιὸ πολύ. Καὶ τὸ λογιστικὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὀχυρωθεῖ διαφορετικά, παρὰ μὲ τὴν ἀκατάπαυστη μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἄν, δηλαδή, μὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ ἐντυπωθεῖ στὴν καρδιὰ ἡ θεία μνήμη, θὰ στερεώσει καὶ θὰ κάνει ἀκλόνητο τὸ λογιστικό. Σ’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ὁδηγεῖ ὁ νοητὸς ἀγώνας, στὸν ὁποῖο κάθε χριστιανὸς ἀποδύθηκε νὰ ἀγωνιστεῖ μέσα στὸ στάδιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ• ἀλλιῶς θ’ ἀγωνιστεῖ μάταια». (2)

Ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια, ἀλλὰ κυρίως τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τους, τοὺς λογισμούς. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐχθρὸς πολεμάει πρώτιστα τὸν νοῦ. Ἄν, λοιπόν, ὁ νοῦς, ποὺ ἡγεμονεύει στὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, δὲν συγκατατεθεῖ στὴν ἁμαρτία, δὲν μποροῦν νὰ γεννηθοῦν οὔτε λόγια οὔτε ἔργα ἁμαρτωλά.

Τὸ ὅπλο τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἡ σκέψη καὶ ἡ φαντασίωση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ παλεύει ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἐναερίων πνευμάτων μέσα στὸν χῶρο τοῦ νοῦ. Ἐκεῖ θὰ νικήσει ἢ θὰ νικηθεῖ. Ἐκεῖ θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ τελώνια ἢ θὰ ὑποταχθεῖ σ’ αὐτά. Ἐκεῖ θὰ ἀποφασιστεῖ ἡ αἰώνια κατάστασή του. Ὁ ἴδιος θὰ διαλέξει ἐλεύθερα εἴτε τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τοῦ χαρίστηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν Πλάστη κι ἔπειτα ἀπὸ τὸν Λυτρωτή του, εἴτε τὸν αἰώνιο θάνατο, ποὺ προαναγγέλθηκε ἤδη στὸν παράδεισο ἀπὸ τὸν δίκαιο Θεὸ ὡς συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς εὐεργετικῆς ἐντολῆς Του.

Σ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ πολὺ κρίσιμη πάλη μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει: «Ντυθεῖτε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μπορέσετε ν’ ἀντιμετωπίσετε τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου. Γιατί δὲν ἔχουμε νὰ παλέψουμε μὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ μὲ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, δηλαδὴ μὲ τοὺς κυρίαρχούς του σκοτεινοῦ τούτου κόσμου, τὰ πονηρὰ πνεύματα, ποὺ βρίσκονται ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ» (Ἐφ. 6:11-12).

Ὁ ἴδιος ἀπόστολος ἀναφέρει καὶ τὸν χῶρο αὐτῆς τῆς φοβερῆς πάλης καὶ τὸ εἶδος τῶν ὅπλων ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν: «Τὰ ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα πολεμᾶμε ἐμεῖς δὲν εἶναι κοσμικά, ἀλλὰ ἔχουν τὴ δύναμη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γκρεμίζουν ὀχυρὰ (πνευματικά). Μ’ αὐτά, δηλαδή, ἀνατρέπουμε λογισμοὺς καὶ καθετὶ ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτὰ αἰχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη καὶ τὴν κάνουμε νὰ ὑπακούει στὸν Χριστὸ» (Β’ Κορ. 10:4-5).

Ὅπως βλέπουμε, ὁ ἀπόστολος μᾶς προτρέπει νὰ αἰχμαλωτίζουμε ὄχι μόνο τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς, ποὺ φανερά τοὺς ἀποστρέφεται ὁ Κύριος, ἀλλὰ ὅλες τὶς σκέψεις, κάνοντάς τες νὰ ὑπακοῦνε σ’ Ἐκεῖνον. Γιατί ὁ πονηρὸς ἐχθρός μας, ἔμπειρος καθὼς εἶναι στὸν νοερὸ πόλεμο, δὲν ὑποβάλλει ἐξαρχῆς στὸν ἄνθρωπο λογισμοὺς ξεκάθαρα ἁμαρτωλούς. (3) Ἀντιπαραθέτει στὸν πνευματικὸ λογισμό, δηλαδὴ στὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, τὸν μεταπτωτικὸ ἀνθρώπινο λογισμό, τὸν σαρκικὸ καὶ ψυχικό, ποὺ τὸν παρουσιάζει ὡς ὀρθὸ καὶ ὑγιῆ, ὡς σοφὸ καὶ ἐπιβεβλημένο. Μ’ αὐτὸν προσπαθεῖ νὰ ἀναιρέσει τὸν λογισμὸ τῆς ὑπακοῆς στὸν Χριστό.

Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος συνιστᾶ τὴν ἀποφασιστικὴ καὶ πλήρη αὐταπάρνηση, ὅταν μᾶς καλεῖ νὰ ντυθοῦμε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ πάρουμε στὰ χέρια κάποιο ὅπλο. Δὲν ἀρκεῖ, δηλαδή, μόνο ἡ νηστεία, οὔτε μόνο ἡ προσευχή, οὔτε μόνο ἡ ἐλεημοσύνη, οὔτε μόνο ἡ ἁγνεία. Ἡ πανοπλία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖται ἀπ’ ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Ὅποιος παραβεῖ ἔστω καὶ μία μόνο ἀπ’ αὐτές, θεωρεῖται παραβάτης ὅλου τοῦ θείου νόμου (Ἰακ. 2:10) καὶ «θὰ κηρυχθεῖ ἐλάχιστος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5:19), θὰ ριχθεῖ, δηλαδή, στὴ γέεννα, σύμφωνα μὲ ἑρμηνεία τοῦ μακαρίου Θεοφυλάκτου. (4) «Γι’ αὐτὸ τηροῦσα ὅλες τὶς ἐντολές Σου, μισώντας κάθε ἄδικη πράξη» (Ψαλμ. 118:128). «Γι’ αὐτὸ φορέστε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσετε ν’ ἀντισταθεῖτε τὴν ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπιθέσεως. Λάβετε κάθε ἀπαραίτητο μέτρο γιὰ νὰ μείνετε ὥς τὸ τέλος σταθεροὶ στὶς θέσεις σας» (Ἐφ. 6:13). Μόνο ὅποιος φοράει τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ τὴν ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπιθέσεως.

Μόνο ὅποιος τηρεῖ ὅλες ἀνεξαίρετα τὶς ἐντολὲς μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν ἐχθρό. Τὶς ὧρες τῶν σατανικῶν ἐπιθέσεων ἀναδεικνύονται καὶ ἀποδεικνύονται οἱ ἀνδρεῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πού, νικώντας, μεταβαίνουν ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο στὴν ἀνάσταση καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς ψυχῆς.

Τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ τὴ φοροῦν οἱ ἅγιοί Του. Ὁ κανόνας τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τους –ὁ λόγος καὶ τῶν χειλιῶν καὶ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τους– εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ μάχαιρα (Ἔφ. 6:17) συντρίβουν τὰ περιστρεφόμενα πύρινα ξίφη τῶν ἐχθρῶν –τους δαιμονικοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς δαιμονικὲς φαντασίες– κι ἔτσι αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ διαπεράσουν τὶς ψυχές τους.

Μὲ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ νήψη ἐπιτηροῦν τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τους ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Φωτισμένοι ἀπὸ τὴ θεία χάρη, ἀντιλαμβάνονται ἤδη ἀπὸ μακριά τοὺς νοητοὺς κλέφτες καὶ φονιάδες, ὅταν αὐτοὶ τοὺς πλησιάζουν, καὶ βλέπουν μέσα τους σὰν σὲ καθρέφτη τὰ μαῦρα πρόσωπα τῶν νοητῶν αἰθιόπων. Διακόπτοντας ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ κάθε κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες, στεροῦν ἀπ’ αὐτοὺς κάθε δικαίωμα ἢ ἐξουσία πάνω στὶς ψυχές τους. Ἔτσι, ὅταν χωρίζονται ἀπὸ τὰ σώματά τους, περνοῦν ἀνεμπόδιστα τὶς ἐξουσίες τοῦ ἀέρα, τὶς νικημένες ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρετή τους.

 

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov 

(1) Ὁσίου Μακαρίου του Μεγάλου, Ὁμιλίαι Πνευματικαί, ΛΖ’, 5.

(2) Ὁσίου Νικηφόρου του Μονάζοντος, Λόγος περὶ νήψεως καὶ φυλακῆς καρδίας – Συμεὼν τοῦ Θεολόγου.

(3) Ἀββᾶ Δωροθέου, Διδασκαλίαι, Ε’, 62.

(4) Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κεφ. Ε’, στ. 19.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

Ὁ Παράκλητος - Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων

 



ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ χάρη χρειάζεται γιά νά μιλήσουμε γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί πάλι δέν θά µπορέσουµε νά ποῦμε ἐκεῖνα πού ταιριάζουν. Ὑπάρχει µάλιστα καί κάποιος κίνδυνος. Καί ὁ κίνδυνος αὐτός φαίνεται μεγάλος, ἄν κρίνουμε ἀπό τά λόγια τοῦ Κυρίου: «Ὅποιος μιλήσει προσβλητικά κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, αὐτόν ὁ Θεός δέν θά τόν συγχωρήσει οὔτε στόν παρόντα οὔτε στόν μέλλοντα αἰώνα» (Ματθ. 12:32).

Ὑπάρχει λοιπόν ὁ φόβος καμιά φορά, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε ἀπό νομιζόµενη εὐλάβεια, νά ποῦμε κάτι πού δέν ἁρμόζει, καί νά καταδικαστοῦμε αἰώνια! Γι’ αὐτό ἄς ἀναφέρουμε ἐκεῖνα πού τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ἀποκάλυψε μιλώντας στίς θεῖες Γραφές, κι ἄς ἀρκεστοῦμε σ’ αὐτά.

Ἕνα καί μοναδικό εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος. Καί ὅπως ἕνας εἶναι ὁ Θεός Πατέρας καί δέν ὑπάρχει δεύτερος, καί ὅπως ἕνας εἶναι ὁ µονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἀδελφό δέν ἔχει, ἔτσι ἕνα εἶναι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Δέν ὑπάρχει δεύτερο ἰσότιμο πνεῦμα. Εἶναι κάτι τό θεϊκό καί ἀνεξιχνίαστο. Εἶναι ζωντανό, λογικό, πάντοτε καί πανταχοῦ παρόν μαζί µέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό. Δέν εἶναι µιά ἐνέργεια ἤ µιά ἀναπνοή ἤ µιά ὁμιλία ἀπό τά χείλη τοῦ Πατρός ἤ τοῦ Υἱοῦ, πού σκορπίζεται στόν ἀέρα, ἀλλά ἕνα πρόσωπο µέ ἰδιαίτερη ὑπόσταση, µιά ξεχωριστή ὕπαρξη. Αὐτό τό ἴδιο λαλεῖ καί ἐνεργεῖ καί οἰκονομεῖ καί ἁγιάζει. Αὐτό φωτίζει τίς ψυχές τῶν δικαίων, Αὐτό καί τούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους.

Εἶναι κάτι πολύ µεγάλο, θαυµαστό καί παντοδύναμο. Σκέψου: Πόσες ψυχές εἴμαστε ἐδῶ πέρα; Τό Ἅγιο Πνεῦμα βρίσκεται ἀνάμεσά µας καί βλέπει τοῦ καθενός µας τίς πράξεις. Διαβάζει τούς λογισμούς του, τή συνείδησή του. Ἀκούει ὅσα λέμε. Βλέπει τί σκεφτόµαστε, τί πιστεύουμε. Μεγάλο πράγμα!

Ἀλλά κι αὐτό δέν εἶναι τίποτα. Γιατί φαντάσου, λ.χ., τούς χριστιανούς ὅλης τῆς χώρας. Κι ἀκόμα τούς ἐπισκόπους, τούς πρεσβυτέρους, τούς διακόνους, τούς μοναχούς καί τούς λαϊκούς ὅλων τῶν ἐθνῶν καί βλέπε τόν µεγάλο προστάτη, τόν παροχέα τῶν χαρισµάτων νά δίνει στόν ἕνα σωφροσύνη, στόν ἄλλο παρθενία. Σ’ ἄλλον ἐλεημοσύνη καί σ’ ἄλλον ἀκτημοσύνη. Κι ὅπως ὁ ἥλιος µέ µιά του ἀκτίνα καταυγάζει τά πάντα, ἔτσι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα αὐτούς πού ἔχουν µάτια. Κι ἐκεῖνοι πού δέν συνηθίσανε τά µάτια τους νά βλέπουν αὐτές τίς δωρεές, ἄς µήν κατηγοροῦν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά τήν ἀπιστία τους.

Εἶδες τήν ἐξουσία πού ἔχει σ’ ὅλον τόν κόσµο; Τώρα µή µένεις πάνω στή γῆ. Ἀνέβα πιό ψηλά. Ἀνέβα µαζί µου νοερά στόν οὐρανό, καί βλέπε τόσες καί τόσες μυριάδες Ἀγγέλων. Ἀνέβα ἀκόμα πιό πάνω, ἄν μπορεῖς. Βλέπε Ἀρχαγγέλους, βλέπε Πνεύματα, βλέπε Δυνάμεις, βλέπε Ἀρχές καί Ἐξουσίες, βλέπε Θρόνους καί Κυριότητες, βλέπε Χερουβείμ καί Σεραφείμ. Ὅλων αὐτῶν ἐπιστάτης καί δάσκαλος καί ἁγιοποιός εἶναι ὁ Παράκλητος!

Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει διάφορες ὀνομασίες. Καί γιά νά µή νοµίσουν µερικοί ἀμαθεῖς ὅτι πρόκειται γιά πολλά καί διάφορα πνεύματα, ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει στό Σύμβολο τῆς Πίστεως πώς εἶναι ἕνα. Εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, «τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, ...Τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν».

Ἀλλ᾽ ἄς ποῦμε λίγα γι’ αὐτές τίς ὀνομασίες. «Πνεῦµα» καί «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» καί «Παράκλητος» ὀνοµάζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο. Ἐπίσης «Πνεῦμα Θεοῦ» καί «Πνεῦμα Πατρός». «Πνεῦμα Χριστοῦ» Τό ὀνοµάζει ὁ ἀπόστολος Πέτρος. «Πνεῦμα Θεοῦ» καί «Πνεῦµα Κυρίου» ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἀκόμα «Πνεῦμα Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του θά Τό συναντήσουμε «Πνεῦμα ἁγιωσύνης» καί «Πνεῦμα υἱοθεσίας», καί σ’ ἄλλες ἐπιστολές «Πνεῦμα ἀποκαλύψεως», «Πνεῦμα ἐπαγγελίας» καί «Πνεῦμα χάριτος». Θυμήσου καί τούς Ψαλμούς, ὅπου ἄλλοτε Τό συναντᾶμε «ἀγαθόν» καί ἄλλοτε «ἡγεμονικόν». Ὁ προφήτης Ἡσαῖας Τό ὀνομάζει «πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας, πνεῦμα φόβου Θεοῦ».

Πνεῦμα ὀνομάζεται κι ὁ δαίμονας, ἀλλ᾽ ἀκάθαρτο πνεῦμα. Ὅπως ἡ Γραφή, μιλώντας γιά τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, λέει «πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου» ἤ γιά τόν ἄνεμο «πνεῦμα καταιγίδος» ἤ γιά τήν ἁμαρτία «πνεῦμα πορνείας» κ.λπ., ἔτσι κι ἐδῶ. Δέν πρόκειται λοιπόν γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα, µή γένοιτο! Ὑπάρχει ἄλλωστε µεγάλη διαφορά. Τό ἀκάθαρτο πνεῦμα, ὅταν ἔρχεται στήν ψυχή (ἄς μᾶς γλυτώσει ὁ Κύριος ἀπό µιά τέτοια μάστιγα), ἔρχεται σάν αἱμοβόρος λύκος, ἕτοιμος νά κατασπαράξει τό πρόβατο. Ἀγριεύει τήν ψυχή καί τήν καταθλίβει, σκοτίζει τή διάνοια, μπερδεύει τή γλώσσα, παραμορφώνει τό στόμα, πού βγάζει ἀφρούς καί ἄναρθρες κραυγές. Ὅλος ὁ ἄνθρωπος πέφτει στό σκοτάδι. Τά µάτια του ἀνοίγουν διάπλατα, µά ἡ ψυχή δέν βλέπει τίποτα. Καί τρέμει σπαραχτικά ὁ ἅθλιος ἄνθρωπος. Αἰσχρότατοι ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ δαίμονες, δίχως ἔλεος.

Τίποτα ὅμως παρόμοιο δέν συμβαίνει µέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀντίθετα, ὅλες Του οἱ ἐνέργειες ἀποβλέπουν στό ἀγαθό καί στή σωτηρία µας. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἡ παρουσία Του εἶναι ἥμερη κι εὐωδιαστή, τό φορτίο Του ἐλαφρότατο. Ἀστραφτερές ἀκτίνες φωτός καί γνώσεως προαναγγέλλουν τήν παρουσία Του. Ἔρχεται µέ τή στοργή καί τήν εὐσπλαχνία τοῦ Πατέρα. Ἔρχεται νά σώσει, νά γιατρέψει, νά διδάξει, νά νουθετήσει, νά ἐνισχύσει καί νά παρηγορήσει. Ἔρχεται νά φωτίσει τή διάνοια. Νά τῆς δείξει ἐκεῖνα πού δέν φαντάστηκε ποτέ της. Ἔρχεται, κι ὁ μικρός ὁ ἄνθρωπος βλέπει ἀνοιγμένους τούς οὐρανούς. Βλέπει, σάν τόν Ἡσαΐα, τόν Κύριο «πάνω σέ θρόνο µεγαλόπρεπο καί ὑπερυψωμένο» (Ἡσ. 6:1). Σάν τόν Ἰεζεκιήλ, τή δόξα Του «νά κάθεται πάνω στά Χερουβείμ» (Ἰεζ. 10:18). Βλέπει, ὅπως ὁ Δανιήλ, νά Τόν ὑπηρετοῦν «ἑκατομμύρια καί δισεκατομμύρια ἄγγελοι» (Δαν. 7:10). Βλέπει τήν ἀρχή καί τό τέλος τοῦ κόσμου, γιατί εἶναι παρούσα ἡ πηγή τοῦ φωτός καί τῆς γνώσεως.

Ἄς ἀνοίξουμε τώρα τίς θεῖες Γραφές κι ἂς πιούμε νερό ἀπό τά δοχεῖα τῶν ἁγίων Πατέρων µας. Ἄς πιοῦμε νερό ζωντανό, πού ἀναβλύζει γιά νά μᾶς χαρίζει τήν αἰώνια ζωή. Ἔτσι παροµοίασε ὁ Κύριος κάποτε τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού θά λάβουν ὅσοι πιστεύουν σ’ Αὐτόν. Καί κάπου ἀλλοῦ λέει: «Γιά ὅποιον πιστεύει σ᾿ ἐμένα, καθώς λέει ἡ Γραφή, ποτάμια ζωντανοῦ νεροῦ θά ξεχυθοῦν ἀπό τά σπλάχνα του» (Ἰω. 7:38). Ὄχι αἰσθητά ποτάμια, πού ποτίζουν ἁπλῶς τή χέρσα γῆ, ἀλλά ποτάµια νοητά, πού πλημμυρίζουν µέ φῶς τίς ψυχές.

Καί γιατί ἄραγε παροµοίασε µέ νερό τή χάρη τοῦ Πνεύματος; Γιατί τό νερό εἶναι τό κύριο συστατικό τῆς ζωῆς. Γιατί ἀπ᾿ τόν οὐρανό κατεβαίνει τό νερό τῆς βροχῆς. Γιατί µία καί ἁπλή εἶναι ἡ µορφή του, µά ἡ ἐνέργειά του πολυποίκιλη. Βρέχει σ᾿ ὅλη τήν πλάση. Ἀλλ᾽ αὐτή ἡ βροχή δίνει λευκότητα στά κρίνα, κόκκινο στά τριαντάφυλλα, πορφύρα στούς μενεξέδες καί στούς ὑάκινθους. Ἄλλον καρπό θρέφει στό φοίνικα κι ἄλλον στήν κληματαριά. Γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα», κι ὅμως εἶν᾽ αὐτή ἡ ἴδια, ἡ ἁπλή βροχή.

Ἔτσι καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Εἶναι ἕνα καί ἀδιαίρετο, ἀλλά μοιράζει τά χαρίσµατά Του ὅπως θέλει. Στόν ἕνα κινεῖ τή γλώσσα νά λαλεῖ σοφία. Στόν ἄλλο φωτίζει τήν ψυχή καί προφητεύει. Σ’ ἄλλον δίνει τό χάρισµα ἐναντίον τῶν δαιμόνων καί σ’ ἄλλον τή δυνατότητα νά ἑρμηνεύει τίς Γραφές. Διδάσκει τόν ἕνα νά νηστεύει καί ν᾿ ἀσκεῖται, τόν ἄλλο νά σωφρονεῖ καί νά ἐγκρατεύεται. Ἄλλον ἀπομακρύνει ἀπό τά πράγµατα τοῦ κόσμου κι ἄλλον προετοιμάζει γιά τό μαρτύριο. Ἁλλ᾽ Αὐτό εἶναι πάντα τό ἴδιο.

Ὅπως τό μισοξεραμένο δέντρο, ὅταν ποτιστεῖ, πετάει βλαστάρια, ἔτσι κι ἡ ἁμαρτωλή ψυχή, µέ τή µετάνοια καί τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φέρνει γλυκόχυµους καρπούς.

Ἐκεῖ πού καθόσουνα, καµιά φορά δέν στάθηκε ὁ λογισμός σου στήν ἁγνότητα ἤ τήν παρθενία; Ὁ Παράκλητος τόν ὁδήγησε ἐκεῖ καί πόσες φορές κάποια κόρη, πού βρισκότανε στά πρόθυρα τοῦ γάμου, δέν ἔφυγε ἀκολουθώντας τό Δάσκαλο τῆς παρθενίας;...

Εἶναι πάρα πολλοί κι ἐκεῖνοι πού ζούσανε στά παλάτια, καί µιά µέρα τά ἐγκαταλείψανε ὅλα, πλοῦτο, τιµές καί ἀξιώματα, µέ τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...

Ἄπειρες φορές ὁ νέος ἔκλεισε τά µάτια του µπροστά στήν ὀμορφιά. Δέν κοίταξε, καί ξέφυγε τό µολυσµό. Γυρεύεις νά µάθεις ποιός δίδαξε τήν ψυχή τοῦ νέου; Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο...

Τόσες καί τόσες πλεονεξίες στόν κόσµο αὐτό, κι οἱ χριστιανοί ἐπιδιώκουν τήν ἀκτημοσύνη. Γιατί; Γιατί τούς ἔταξε πολύ περισσότερα τό Ἅγιο Πνεῦμα...

Ἄς παρακολουθήσουµε λοιπόν τό ἔργο τοῦ Παρακλήτου µέσ᾽ ἀπό τίς Γραφές. Εἶναι τό ἴδιο Πνεῦμα καί στίς δυό Διαθῆκες. Στήν Παλαιά προφήτεψε τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί στήν Καινή κατέβηκε, Τόν ἔδειξε καί διακήρυξε τή θεότητά Του.

Ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος θεράπευσε τόν Ναιμάν ἀπό τή λέπρα καί δέν δέχθηκε κανένα ἀπό τά δῶρα του. Τρέχει ὁ Γιεζί νά πάρει αὐτός τό μισθό γιά τά ξένα κατορθώματα. Καί παίρνει τά χρήματα ἀπό τόν Ναιμάν καί τά κρύβει. Ἀλλά τά κρυφά δέν κρύβονται ἀπό τούς ἁγίους. Ἐπιστρέφει ὁ Γιεζί καί τόν ρωτάει ὁ Προφήτης: “Ποῦθε ἔρχεσαι Γιεζί; Θαρρεῖς πώς ἡ καρδιά µου δέν ἤτανε µαζί σου; Ἐγώ ήμουν ἐδῶ, κλεισµένος στό σῶμα µου, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού ἕχω µέσα µου, ἔβλεπε πολύ µακριά. Λοιπόν ἀπ τό σκοτάδι ήρθες καί στό σκοτάδι θά πορευθεῖς. Πούλησες τή θεραπεία τοῦ λεπροῦ; Θά κληρονομήσεις τή λέπρα του. Ἐγώ τήρησα τήν ἐντολή πού μοῦ εἶπε: «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε». Ἐσύ ὅμως πούλησες τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πάρε τώρα ἐκεῖνο πού ἀγόρασες” (βλ. Δ΄ βασ. 5:1-27).

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο χαρίτωσε καί φώτισε ὅλους τούς δικαίους καί τούς προφῆτες. Τόν Ἐνώχ καί τόν Νῶε. Τόν Ἀβραάμ, τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ. Γιά τόν Ἰωσήφ ἀκόμα κι ὁ Φαραώ κατάλαβε πώς εἶχε Πνεῦμα Θεοῦ µέσα του (Γεν. 41:38). Γιά τόν Μωυσῆ καί τά θαύµατα πού ἔκανε µέ τή δύναμη τοῦ Παρακλήτου, ἔχεις ἀκούσει πολλές φορές. Αὐτή ἡ δύναμη στερέωνε καί  τόν πολύαθλο Ἰώβ. Μέ τήν ἴδια δύναμη - γιά νά περάσουµε καί στούς Κριτές - ὁ Γοδονιήλ κυβέρνησε (Κριτ. 3:10) κι ὁ Γεδεών ἐνδυναμώθηκε (Κριτ. 6:34). Ὁ Ἰεφθάε νίκησε (Κριτ. 11:29-33)· ἡ Δεββώρα, ἄν καί γυναίκα, πολέμησε (Κριτ. 4:4)· καί ὁ Σαμψών ἔκανε ὑπερφυσικά κατορθώματα (Κριτ. 13:25, 14:6-19). Γιά τόν Σαμουήλ καί τόν Δαβίδ μιλᾶνε καθαρά τά βιβλία τῶν Βασιλειῶν. Γιά τόν Ἠλία καί τόν Ἐλισσαῖο, τούς θαυματουργούς, καί τίποτα νά µή λέγαμε, εἶναι φανερό πώς ἤτανε γεµάτοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἄν ξεφυλλίσει κανείς τά βιβλία τῶν προφητῶν θά συναντήσει πολλές µαρτυρίες γιά τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.

Λέει ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ: «Κι ἔπεσε πάνω µου Πνεῦμα Κυρίου καί μοῦ εἶπε: Πές στούς Ἰσραηλίτες· «νά, τί λέει ὁ Κύριος» (Ίεζ. 11:95). Τό «ἔπεσε πάνω µου» νά τό ἐκλάβουμε σωστά. Θέλει νά πεῖ ὅτι τόν ἔσφιξε στήν ἀγκαλιά Του µέ στοργή - ὅπως ὁ Ἰακώβ, ὅταν συναντήθηκε µέ τόν Ἰωσήφ, ἔπεσε στόν τράχηλό του, κι ὅπως στό Εὐαγγέλιο ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου ἔπεσε πάνω στόν μετανοημένο γιό του.

Αὐτό τό ἴδιο σόφισε τόν νεαρό Δανιήλ καί δίκασε τούς πρεσβυτέρους: Συκοφαντήθηκε ἡ Σωσάννα καί καταδικάστηκε σέ θάνατο. Ἡ ἁγνή σάν ἀκόλαστη. Ὑποστήριξη ἀπό πουθενά. Ποιός θά τή γλύτωνε ἀπό τούς ἄρχοντες; Ἤδη βάδιζε στό δρόµο τοῦ μαρτυρίου. Οἱ δήµιοι τήν εἶχαν στά χέρια τους. Ἀλλά ὁ Παντοδύναµος ἀρωγός ἦταν µπροστά, ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Φωνάζει τόν Δανιήλ: "Ἔλα δῶ! Ἐσύ, τό παιδάκι, ἔλεγξε αὐτούς, τούς µεγαλυτέρους σου, πού τώρα, στά γεράµατά τους, ἔπεσαν σέ ἁμαρτήματα τῆς νιότης”. Καί µέ τήν παρέµβαση τοῦ Δανιήλ, σώθηκε ἡ ἀθώα Σωσάννα (Δαν., Σωσ. 45).

Κι ὁ Ναβουχοδονόσορ, πού γνώριζε ὅτι στήν καρδιά τοῦ Δανιήλ ἀναπαυόταν τό Ἅγιο Πνεῦμα, τόν κάλεσε µιά µέρα καί τοῦ εἶπε: «Βαλτάσαρ, ἀρχηγέ τῶν μάγων ξέρω πολύ καλά ὅτι Πνεῦμα Θεοῦ έχεις µέσα σου». Τό ὅτι εἶχε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἦταν ἀλήθεια, ἀλλά µάγος δέν ἦταν. «Ἄκουσε», τοῦ λέει, «τό ὅραμα πού εἶδα καί ἐξήγησέ µου το» (Δαν. 4:6). Βλέπεις τή δύναµη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Αὐτός πού εἶδε τό ὅραμα, δέν μπορεῖ νά τό ἑρμηνεύσει. Ὁ Δανιήλ, πού δέν τό εἶδε, τό γνωρίζει καί τό ἑρμηνεύει!

Πραγματικά, θά ήταν δυνατό νά διαλέξουµε καί νά διηγηθοῦμε πλατύτερα πάµπολλα περιστατικά ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Ὅμως δέν μᾶς παίρνει ὁ καιρός. Εἶναι ἀρκετά τά ὅσα εἴπαμε. Ἄς περάσουμε τώρα καί στήν Καινή Διαθήκη, νά σταχυολογήσουµε κι ἀπό δῶ μερικά.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε καί στήν Παρθένο Μαρία. Ἐπειδή ἐπρόκειτο νά γεννήσει τό Χριστό, τή σκέπαζε ἡ θεία χάρη κι ὁ Παράκλητος τήν ἑτοίμαζε νά γίνει κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ καί Λόγου. Δέν χρειάζονται καί πολλά λόγια γιά νά µάθεις πώς ἡ γέννηση ὑπῆρξε ἀμόλυντη καί ἄχραντη. Τό ξέρεις πολύ καλά. Ὁ Γαβριήλ ἦταν πού τῆς εἶπε: “Ἐγώ εἶμαι ὁ προάγγελος ὅσων θά γίνουν µά ὄχι καί ὁ συνεργός. Εἶμαι βέβαια Αρχάγγελος, ἀλλά µέχρι ἐδῶ φτάνει ἡ δικαιοδοσία µου. Κι ἐγώ µέν σοῦ ἀναγγέλλω τό «Χαῖρε, Κεχαριτωµένη», ἀλλά τόν τρόπο τῆς γεννήσεως δέν εἶμαι σέ θέση νά σοῦ τόν ἐξηγήσω. «Τό Ἅγιο Πνεῦμα θά ἔρθει ἐπάνω σου καί ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου θά σέ καλύψει»” (Λουκ. 1:26-35).

Ἀλλά τό Πνεῦμα τό Ἅγιο παρουσιάστηκε περίτρανα στή βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ἄς δοῦμε τί γράφει ὁ Εὐαγγελιστής: «Καί νά, ἄνοιξαν γι αὐτόν οἱ οὐρανοί, καί εἶδε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σάν περιστέρι νά κατεβαίνει καί νά ἔρχεται πάνω του» (Ματθ. 3:16). Ἔπρεπε, ὅπως ἑρμηνεύουν μερικοί, οἱ ἀπαρχές καί τά πρωτεῖα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού παρέχεται µέ τό βάπτισµα, νά προσφερθοῦν στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ δοτῆρος αὐτῆς τῆς χάριτος, τοῦ Χριστοῦ.

Τή χάρη τοῦ Παρακλήτου μοίρασε στούς Ἀποστόλους Του ὁ Κύριος, τότε πού τούς ἔδωσε καί τήν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν: «Λάβετε Ἅγιο Πνεῦμα. Σέ ὅποιους συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τούς εἶναι συγχωρηµένες, σέ ὅποιους τίς κρατήσετε ἀσυγχώρητες, θά μείνουν ἀσυγχώρητες» (Ἰω. 20:22-23). Ἠταν τότε πού τούς παράγγειλε νά παραμείνουν στά Ἱεροσόλυµα, ὥσπου νά ὁπλιστοῦν µέ τή θεϊκή δύναμή Του (Λουκ. 24:49).

Ἀνέβηκε λοιπόν ὁ Κύριος στούς οὐρανούς κι ἐκπλήρωσε τήν ὑπόσχεσή Του. Ἔτσι, ὅταν ἔφτασε ἡ µέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατέβηκε ὁ Παράκλητος στούς Ἀποστόλους, πού συναθροισµένοι στό ὑπερῶο περίµεναν τόν ἐρχομό Του. Κατέβηκε νά τούς ἐνδύσει δύναµη καί νά τούς βαπτίσει, ὅπως τούς ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος. Δέν ἔλαβαν ἁπλῶς ἕνα µέρος τῆς χάριτος, ἀλλά µιάν αὐτοτελή δύναμη. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ βαπτιζόμενος βυθίζεται ὁλόκληρος µέσα στό νερό, ἔτσι καί οἱ Απόστολοι βαπτίστηκαν µέσα στό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί τό νερό περιβρέχει µόνο τό σῶμα, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ψυχή καί σῶμα. Ἀμφιβάλλεις; Θά σοῦ φέρω ἕνα παράδειγµα. Εἶναι φτωχό κι ἁπλοϊκό, ἀλλά χρήσιμο. Πάρε τή φωτιά καί τό σίδερο. Πῶς ἡ φωτιά περνάει µέσα στό σίδερο καί τό κάνει ὅλο πύρινο; Τό ψυχρό γίνεται ζεστό! Τό μαῦρο κατακόκκινο, λαμπρό! Λοιπόν γιατί σοῦ φαίνεται παράξενο, πού τό Πνεῦμα τό Ἅγιο εἰσέρχεται στά τρίσβαθα τῆς ψυχῆς;

Κατέβηκε ὁ Παράκλητος. Καί γιά νά µήν περάσει ἀπαρατήρητη ἡ κάθοδος μιᾶς τόσο μεγάλης χάριτος, ἀκούστηκε κάτι σάν ἐπουράνια σάλπιγγα, σάν βοητό ἑνός σφοδρότατου ἀνέμου. Πλημμύρισε ἀπό τό φῶς τό ὑπερῶο κι ἔγινε ἡ νοητή κολυμβήθρα, ὅπου βαπτίστηκαν οἱ Μαθητές. Πύρινες γλῶσσες ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους, διαµοιράστηκαν στόν καθένα κι ὅλοι λούστηκαν στό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μετέλαβαν φωτιά! Φωτιά πού δέν κατακαίει͵ ἀλλά ζωογονεῖ. Πού ἀφανίζει τ’ ἀγκάθια τῶν ἁμαρτιῶν καί λαμπρύνει τήν ψυχή. Πύρινες γλῶσσες σάν ἄλλα διαδήµατα, ἀνεπανάληπτα, στόλισαν τίς κεφαλές τῶν Ἀποστόλων. Κάποτε µιά φλεγόμενη ροµφαία φρουροῦσε τίς πύλες τοῦ παραδείσου. Τώρα ἡ πύρινη γλώσσα τίς ἄνοιξε, χαρίζοντας τή σωτηρία.

«Κα ἄρχισαν νά μιλοῦν ξένες γλῶσσες, ἀνάλογα µέ τήν ἱκανότητα πού τούς ἔδινε τό «Ἅγιο Πνεῦμα» (Πράξ. 2:4). Γαλιλαῖοι ὁ Πέτρος κι ὁ Ανδρέας, στά περσικά ἤ στά µηδικά μιλοῦσαν. Τό ἴδιο καί ὁ Ἰωάννης καί οἱ ἄλλοι Απόστολοι. Καί τά πλήθη τῶν ξένων ἀκούγανε καθένας στή γλώσσα του γιά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.

Ποιός εἶναι τόσο μεγάλος δάσκαλος, νά μᾶς διδάξει μεμιᾶς ὅσα δέν ξέρουμε; Τόσα χρόνια µελέτη καί ἀσκήσεις, καί µόνο τά ἑλληνικά κατορθώνουµε νά µάθουμε. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τά διδάσκει ὅλα μονομιᾶς. Αὐτό εἶναι ἀληθινά µεγάλη σοφία καί θεϊκή δύναμη. Πῶς νά συγκριθεῖ ἡ πολυχρόνια ἀμάθεια τῶν Ἀποστόλων µέ τήν ἀθρόα καί ξαφνική γλωσσολαλιά; «Ἔχουν πιεῖ δυνατό κρασί (Πράξ. 2:13), ἔλεγαν οἱ χλευαστές. Ἦταν ἀλήθεια... Μεθυστικό κρασί εἶναι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!

Ὁ Πέτρος τώρα, φωτισμένος ἀπό τή Χάρη Του καί γνωρίζοντας καλά ποιόν ἔχει σύμμαχο, στάθηκε µέ τούς ἕντεκα καί ὕψωσε τή φωνή του πρός τά πλήθη. Ἔτσι, µέ τή σαγήνη τοῦ κηρύγματος, ψάρεψε τρεῖς χιλιάδες ψυχές. Τέτοια ἦταν ἡ χάρη πού συνεργοῦσε µέ τούς Ἀποστόλους, πού ἔκανε τόσους πολλούς ἀπό τούς σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ νά πιστέψουν καί νά βαπτιστοῦν στ’ ὄνομά Του!

Ἡ δύναμη τοῦ Παρακλήτου ἔκανε τά τόσα ἐκπληκτικά θαύµατα. Πλῆθος ἀρρώστων καί δαιμονισµένων ἔβρισκαν τή θεραπεία τους. Ἀκόμα κι ἡ σκιά τοῦ Πέτρου θεράπευε τούς ἀσθενεῖς. Κι ὄχι µόνο οἱ δώδεκα, ἀλλά καί τά πρωτότοκα τέκνα τῆς στείρας µέχρι τότε Ἐκκλησίας, οἱ ἑπτά διάκονοι. Κα πρῶτος ἀπ ὅλους ὁ Στέφανος, ὁ πρωτοµάρτυρας. Ἄνδρας γεμάτος πίστη καί φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔκανε µεγάλα καί ἐξαίσια θαύµατα καί πού κανένας δέν µποροῦσε ν’ ἀντισταθεῖ στή σοφία καί στό πνεῦμα µέ τό ὁποῖο συζητοῦσε. Κι ὅταν συκοφαντηµένος καταδικάστηκε ἀπό τό συνέδριο, γεμάτος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, ἀντίκρυσε ἀνοιγμένους τούς οὐρανούς καί «τόν Ἰησοῦ νά στέκεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 7:55).

Καί πῶς νά διηγηθεῖ κανείς ἐπάξια τίς θαυμαστές ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐκδηλώθηκαν στή ζωή τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Ἡ ψυχή του εἶχε γεµίσει ἀπό τή δύναμή Του. Ὁ Παράκλητος τόν ἀνέδειξε «σκεῦος ἐκλογῆς» γιά νά ὁμολογήσει τήν πίστη του στό Χριστό, μπροστά σέ βασιλιάδες καί εἰδωλολάτρες καί Ἰσραηλίτες. Μεταµόρφωσε τόν ἄλλοτε διώκτη σέ θερμότατο κήρυκα, πού ἅπλωσε τό κήρυγµά του ἀπό τά Ἱεροσόλυμα ὥς τό Ἰλλυρικό πέλαγος, πού κατήχησε κι αὐτήν ἀκόμα τή βασιλίδα Ρώμη κι εἶχε τήν προθυµία νά φτάσει µέχρι καί τήν Ἱσπανία.

Πῶς νά παρατρέξουµε τίς θαυµαστές πράξεις του στήν Κύπρο, µέ τήν τύφλωση τοῦ μάγου Ἐλύμα (Πράξ. 13:11), καί στά Λύστρα, µέ τή θεραπεία τοῦ χωλοῦ (Πράξ. 14:8-10);. Θαυμαστές ἐνέργειες τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου! Κι ἀκόμα στήν Κιλικία, στή Φρυγία καί στή Γαλατία, στή Μυσία καί στή Μακεδονία; Στούς Φιλίππους ἐκβάλλει τό πνεῦμα πύθωνος. Κα τή νύχτα, µετά τό σεισμό καί τήν ἀποφυλάκισή του, βαπτίζει ὁλόκληρη τήν οἰκογένεια τοῦ δεσμοφύλακα (Πράξ. 16:16 κ.ἑ.).

Κηρύσσει στή Θεσσαλονίκη (Πράξ. 17:1-9) καί στή µέση τῆς Ἀθήνας, στόν Ἄρειο Πάγο (Πράξ. 17:16-34). Στήν Κόρινθο καί σ’ ὅλη τήν Ἀχαΐα (Πράξ. 18:1-17). Στήν Ἔφεσο μαντήλια καί περιζώµατά του θεραπεύουν ἀρρώστους καί διώχνουν ἀκάθαρτα πνεύματα (Πράξ. 19:11-12), καί στήν Τρωάδα ἀνασταίνει τόν Εὔτυχο, πού ἔπεσε ἀπό τόν τρίτο ὄροφο καί τόν σηκώσανε νεκρό (Πράξ. 20:9).

Καί ὅταν στήν Καισάρεια σιδηροδέσµιος ὁδηγήθηκε µπροστά στούς ἡγεμόνες ν᾿ ἀπολογηθεῖ, τόση χάρη καί σοφία ἔλαβε ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων Ἀγρίππας νά πεῖ: «Λίγο ἀκόμα καί θά µέ πείσεις νά γίνω χριστιανός!» (Πράξ. 26:28).

Εἶναι κι ἄλλα, τόσα πολλά. Δέν θά μᾶς ἔπαιρνε ὁ χρόνος νά τά λέγαμε ὅλα. Καί µόνο τά ὅσα ἀναφέρει ὁ Παῦλος στίς δεκατέσσερις ἐπιστολές του γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα, θά ἔφταναν νά καλύψουν πολλές ὁμιλίες. Γιά τήν ὥρα ἀρκοῦν αὐτά. Τά κενά καί τίς ἐλλείψεις θά τ’ ἀναπληρώσει ἡ δύναμη τοῦ Παρακλήτου. Ἐγώ σᾶς πρόσφερα ἐλάχιστα. Ἐσεῖς πάρτε περισσότερα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει ὅσα μποροῦμε νά βαστάξουµε. Τά δῶρα Του εἶναι πλούσια σέ ὅσους ἔχουν καθαρή καρδιά. Κι ἡ καθαρή καρδιά εἶναι τό περιβόλι τοῦ Παρακλήτου µέ τούς γλυκόχυµους καρπούς του: τήν ἀγάπη καί τή χαρά, τήν εἰρήνη καί τή µακροθυμία, τή χρηστότητα καί τήν ἀγαθοσύνη, τήν πίστη, τήν πραότητα καί τήν ἐγκράτεια (βλ. Γαλ. 5:22-23).


ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2008
ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

 

Πηγή:  orthodoxfathers.com

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τῶν Θεοφανείων

 


1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;

Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «μικρός Ἁγιασμός» καί τήν ἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός.

Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ χριστιανοί σέ διάφορες περιστάσεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου) στό Ναό.

2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;

Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά «μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καί προϋποθέσεις.

Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός.

Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει».

Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή Θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.

3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ’ αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ’ αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ…) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία· «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν… καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»).

Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων.

Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).

4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;

Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων -ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς- γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν.

Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια -ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- οἱ χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο· «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος· ΡG 49, 366).

Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.

Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους:

Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)· ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδας τήν 6η Ἰανουαρίου.

Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες.

Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.

Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων».

Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.

Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου.

Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ’ αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.

Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).

         Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Νικοδήμου
Ἀρχικῶς αὐτή δημοσιεύθηκε στά ΔΙΠΤΥΧΑ τοῦ ἔτους 1999 (σσ. οη΄-π΄),
πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καί πληροφόρηση τῶν πιστῶν.

 

Πηγή:  askitikon.eu

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

Ἡ εὐχαριστία - π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος

 


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύσσει πὼς κοινωνοῦμε πραγματικὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου (Ματθ. κστ\’ 26-28. Μάρκ. ιδ\’ 22-24. Λουκ. κβ\’ 15-20. Ἰω. στ\’ 51-56. α\’ Κορ. ια\’ 24-26).

Δέχεται πὼς ἡ εὐχαριστία εἶναι ἀνάμνηση τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ (Λούκ. κβ\’ 19. Α\’ Κορ. ια\’ 24-25), ἀλλὰ δὲν δέχεται πῶς εἶναι μόνο ἀνάμνηση!

Ὁ Χριστὸς ἐξετέλεσε τὴ θυσία Του «ἐφάπαξ» (Ἑβρ. ζ\’ 27. θ\’ 12.28), ἑπομένως ἡ θυσία αὐτὴ δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος προσφέρει τὸ σῶμα Του καὶ τὸ αἷμα Του πρὶν ἀπὸ τὴ μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ (Ματθ. κστ\’ 26-28. Μάρκ. ιδ\’ 22-24. Λουκ. κβ\’ 19-20) καὶ δίνει ἐvτoλὴ στοὺς μαθητές Του νὰ κάνουν καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο μέχρι τὴ δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πὼς ἡ «βρῶσις» τοῦ σώματός Του καὶ ἡ «πόσις» τοῦ αἵματός Του εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία (Ἰω. στ\’ 31-50. Α\’ Κορ. ια\’ 23-29).

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσθεῖ ἡ θεία εὐχαριστία πρὶν ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου; Τοῦτο καλύπτεται βέβαια ἀπὸ τὸ μυστήριο! Ὅμως ἡ θεία εὐχαριστία, ποὺ ἐτέλεσε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ θυσία του, ἀποτελεῖ «μυστηριακὴ μετοχὴ» στὴ μία καὶ μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ θεία εὐχαριστία ποὺ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία: εἶναι μετοχὴ τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς θυσίας ποὺ πρόσφερε ὁ Χριστός. Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων Του, εἶναι διάκονοι τοῦ Χριστοῦ, (Α\’ Κορ. Δ), προσφέρουν ἀληθινὴ θυσία πάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας (Ἑβρ. ιγ\’ 10), ποὺ ὀνομάζεται μάλιστα καὶ «τράπεζα τοῦ Κυρίου», ἡ ὁποία ἀντιπαραβάλλεται μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ καὶ τὸ εἰδωλολατρικὸ θυσιαστήριo (Α\’ Κορ. ι\’ 16-21).

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποδεικνύεται πὼς ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας τὴν ὁποία παρήγγειλε ὁ Χριστὸς νὰ τελοῦμε πάνω στὸ Χριστιανικὸ θυσιαστήριo (Ἑβρ. ιγ\’ 10), εἶναι ἡ «θυσία καθαρά», ἡ ὁποία προφητεύτηκε (Μαλαχ. α\’ 11). Δὲν εἶναι ἐπανάληψη τῆς θυσίας τοῦ Χριστoῦ, ἀλλὰ μυστηριακὴ μετοχὴ στὴ μία καὶ μοναδικὴ θυσία, ὥστε τὰ ἐπὶ μέρους μέλη (Ρωμ. ιβ\’ 5. Ἐφεσ. δ\’ 25) νὰ ἑνώνονται καὶ νὰ συγκροτοῦν τὸ ἕνα σῶμα (Ἐφεσ. δ\’ 4. Α\’ Κορ. ι\’ 17).

Ἔτσι μὲ τὴ θεία εὐχαριστία, μὲ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία Ζωὴ (Ἰωάν.. ιδ\’ 6. Β\’ Πέτρ. α\’ 4), ἐκπληρώνεται ὁ σκοπὸς τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδὴ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (Ἰωάν. στ\’ 53-54. ια\’ 52. ιζ\’ 21-23).

Ἡ συμμετοχὴ στὴ θεία εὐχαριστία δὲν εἶναι μέσο γιὰ ἑνότητα, ἀλλὰ ἔκφραση, φανέρωση τῆς ἑνότητας στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστoῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σχίσματα ἀποτελοῦν τραύματα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐκφράζουν τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς θείας εὐχαριστίας (Α\’ Κορ. α\’ 13. ι\’ 16-18. 18-23).

Αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Γραφῆς στὸ θέμα τῆς θείας εὐχαριστίας. Τοῦτο μαρτυριέται ἀπὸ τὸν ἀλάνθαστo ἑρμηνευτὴ τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν Ἐκκλησία (Α\’ Τιμ. γ\’ 15) στoὺς μεταπoστoλικoὺς χρόνους, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ πρωτοχριστιανικὰ κείμενα.

Ἡ «Διδαχὴ» (90-110 μ.Χ.) ἀναφέρεται στὴ «θυσία καθαρά» του Μαλαχίου (α\’ 11) καὶ τὴν ταυτίζει μὲ τὴν εὐχαριστία (Διδαχὴ XIV,1). Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος (†11O) προτρέπει: «Σπουδάσατε οὒν μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· μία γὰρ σὰρξ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστoῦ, καὶ ἕν ποτήριον εἰς ἕνωσιν τοῦ αἵματος αὐτοῦ, ἕν θυσιαστήριoν ὡς εἷς ἐπίσκοπος ἅμα τῷ πρεσβυτερίῳ καὶ τοῖς διακόνοις, τοῖς συνδούλοις μου, ἵνα ὅ ἐὰν πράσσητε, κατὰ Θεὸν πράσσητε» (Ἰγν., Φιλαδ. 4).

Ὁ Ἰoυστῖνoς (†163/167) συνδέει τὴν θεία εὐχαριστία μὲ τὴν «θυσίαν καθαρὰν» (Μαλαχ. α\’ 11. Ἰoυστ., Διάλ. πρὸς Τρύφ. 41,2-3) καὶ ὑπογραμμίζει πὼς δὲν εἶναι κοινὸς ἄρτος καὶ «κοινὸ πόμα», ἀλλὰ «δι’ εὐχῆς λόγου» ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος γίνονται «αἷμα καὶ σάρκες κατὰ μεταβολὴν» (Ἰoυστ., Ἀποκ. 66,2). Μάλιστα προσθέτει: «ἐκείνου τοῦ σαρκοποιηθέντος Ἰησοῦ καὶ σάρκα καὶ αἷμα ἐδιδάχθημεν εἶναι», δηλαδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄποψη τοῦ Ἰoυστίνoυ, ἀλλὰ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Εἰρηναῖος (†220) ἀναφέρει ἀκόμη καὶ τὴν «ἐπίκληση» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου σὲ σῶμα καὶ τοῦ οἴνου σὲ αἷμα τοῦ Χριστoῦ. «Ἐὰν λοιπὸν τὸ περιεχόμενο τοῦ ποτηρίου καὶ ὁ ἑτοιμασμένος ἄρτος δεχθοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐχαριστία γίνει σῶμα Χριστoῦ, ὥστε ἡ οὐσία τῆς σάρκας μας νὰ ἀνυψώνεται καὶ νὰ στηρίζεται, πῶς μποροῦν νὰ λέγουν ὅτι ἡ σάρκα δὲν μπορεῖ νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ συνίσταται στὴν αἰώνιο Ζωή, ἀφοῦ τρέφεται ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται μέλος;» (Εἰρην., Κατὰ αἱρ. V, 2.3).

«Ὁ ἄρτος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ γῆ, ἂν λάβει τὴν ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι πλέον ἄρτος, ἀλλὰ ὅπως ἡ εὐχαριστία συνίσταται ἀπὸ δύο στoιχεῖα, ἕνα γήινο καὶ ἕνα οὐράνιο, ἔτσι καὶ τὰ σώματά μας, ἐὰν μεταλάβουν τὴν εὐχαριστία, δὲν ἀνήκουν πλέον στὴ φθορά, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως» (Εἰρ. Κατὰ αἱρ. IV, 18,15. Πρβλ. καὶ Ἀποσπ. 37, ΒΕΠ 5,183).

Αὐτὴ ἡ διδαχὴ προσφερόταν στὴν πρώτη Ἐκκλησία στoὺς «φωτιζομένους» καὶ «νεoφωτίστoυς», ὅπως μαρτυροῦν οἱ μυσταγωγικὲς κατηχήσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (†386): «Ὁ ἄρτος τῆς εὐχαριστίας», ἀναφέρει, «μετὰ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐκ ἔτι ἄρτος λιτός, ἀλλὰ σῶμα Χριστoῦ» (Κατηχ. Γ\’ 3), δηλαδὴ εἶναι σῶμα Χριστoῦ καὶ ὄχι ἁπλὸς ἄρτος. «Ὥστε μετὰ πάσης πληροφορίας», δηλαδὴ μὲ κάθε βεβαιότητα, «ὡς σώματος καὶ αἵματος μεταλαμβάνομεν Χριστοῦ. Ἐν τύπῳ γὰρ ἄρτου δίδοταί σοι τὸ σῶμα, καὶ ἐν τύπῳ οἴνου δίδοταί σοι τὸ αἷμα», εἰς τύπον ἄρτου σοῦ δίδεται τὸ σῶμα καὶ εἰς τύπον οἴνου σοῦ δίδεται τὸ αἷμα, «διὰ νὰ γίνης, ἀφοῦ μεταλάβης τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, σύσσωμος καὶ σύναιμος αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον γινόμεθα χριστοφόροι, μὲ τὸ νὰ διαδίδεται σὲ ὅλα μας τὰ μέλη τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του, καὶ μέτοχοι θείας Φύσεως, καθὼς λέγει ὁ μακάριος Πέτρος» (Κατηχ. Δ\’ 3).

Ὁ ἅγιoς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ρωτᾶ: «Ποιὸς ποιμένας τρέφει τὰ πρόβατα μὲ τὰ ἰδικὰ του μέλη;», ὑπάρχουν μητέρες ποὺ δίνουν τὰ παιδιά τους σὲ ἄλλες τροφούς, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς «μᾶς τρέφει ὁ ἴδιος μὲ τὸ δικό Του αἷμα καὶ σὲ ὅλα μᾶς συνδέει ἄρρηκτα μὲ τὸν ἑαυτό Του. Ἐκεῖνος συμφύρει τὸν ἑαυτό Του μὲ τὸν καθένα διὰ τῶν μυστηρίων». Ἐκείνους ποὺ ἀναγέννησε «τοὺς ἐκτρέφει μὲ τὸν ἑαυτό Του καὶ δὲν τοὺς δίνει σὲ ἄλλον καὶ μὲ αὐτὸ πάλι γιὰ νὰ σὲ πείσει ὅτι ἔλαβε τὴ δική σου σάρκα… Δὲν βλέπετε τὰ βρέφη μὲ πόση προθυμία ἁρπάζουν τὸν μαστό;» (Χρυσ., Ὁμιλ. ΠΒ\’ 5 εἰς τὸ κατὰ Ματθ.).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λοιπὸν ἀπορρίπτει τὴν Προτεσταντικὴ διδαχὴ πὼς ἡ εὐχαριστία εἶναι «συμβολικὴ καὶ ἀναμνηστικὴ τελετή». Καὶ στηρίζεται στὴν ἁγία Γραφή, ὅπως τὴν ἑρμήνευσε ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν ποιμένων της.

 

 π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος

 Πηγή: agiazoni.gr

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Ἡ Ἱερωσύνη - π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος

 



Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέχεται τὴ γενικὴ ἱερωσύνη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Α’ Πέτρ. β’ 9. Ἀποκ. α’ 6. ε’ 10. κ’ 6), ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ἔξοδ. ιθ’ 6). Ὅμως αὐτὴ ἡ γενικὴ ἱερωσύνη δὲν ἀπέκλειε τὴν ὕπαρξη καὶ εἰδικῆς ἱερωσύνης, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν οἰκοδομὴ τοῦ λαοῦ καὶ στὴν ἄσκηση τῆς θείας λατρείας (Ἔξοδ. κη’ 1. κθ’ 9. λ’ 30. μ’ 12-13).

Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν ἀμφισβητεῖ πὼς ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀμετάθετη καὶ πὼς δὲν ὑπάρχει, οὔτε θὰ ὑπάρξει ἄλλο εἶδος ἱερωσύνης (Ἑβρ. Ζ’ 23-26). Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη «ἱερωσύνης» μὲ σχετικὴ ἔννοια, σὰν «μετοχὴ» στὴ μία καὶ μοναδικὴ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἁγία Γραφὴ κάνει λόγο γιὰ «ἱερεῖς» τῆς Καινῆς Διαθήκης οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ἀαρωνικὴ ἱερωσύνη καὶ θὰ προέρχονται ἀπὸ τὰ ἔθνη (Ἡσ. ξστ’ 18-21). Οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ θὰ διακονοῦν στὸ χριστιανικὸ θυσιαστήριο (Ἑβρ. ιγ’ 10. Α’ Κορ. ι’ 21) καὶ θὰ προσφέρουν «θυσίαν καθαρὰν» (Μαλαχ. α’ 11).

Οἱ ἱερεῖς τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν ἔχουν δική τους ἱερωσύνη, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ θεία εὐχαριστία ποὺ τελεῖται στὴν Ἐκκλησία ἀποτελεῖ «μετοχὴ» στὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, ἔτσι καὶ ἡ ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ «μετοχὴ» στὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι μοναδική.

Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι διάκονοι καὶ οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων τοῦ μόνου Ἀρχιερέως (Α’ Κορ. γ’ 5-9. δ’ 1. Τίτ. α 7. Α’ Πέτρ. δ’ 10). Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος μεσίτης· μέσω Αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται ἡ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεὸ (Ἰω. δ’ 6.13-14. Α’ Τιμ. β’ 5).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνεχίζει τὴν ἀποστολικὴ παράδοση. Στὴν ἱερωσύνη διακρίνει τρεῖς βαθμούς: τὸ διάκονο, τὸν πρεσβύτερο καὶ τὸν ἐπίσκοπο.

Οἱ ἀπόστολοι εἶχαν πλήρη συναίσθηση τῆς διαδοχῆς τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Στὴν περίπτωση ἐκλογῆς τοῦ Ματθία γίνεται φανερὸ πὼς τὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα ἦταν ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο (Πράξ. α’ 15-26). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει λόγο ὄχι μόνο γιὰ «ἐπισκόπους», ἀλλὰ καὶ γιὰ «ἐπισκοπή» (Α’ Τιμ. γ’ 1). Καθορίζει μάλιστα καὶ τὰ προσόντα ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν οἱ ὑποψήφιοι «ἐπίσκοποι» (Α’ Τιμ. γ’ 2-7) καὶ «διάκονοι» (Α’ Τιμ. γ’ 8-13).

Βέβαια ἡ Καινὴ Διαθήκη ταυτίζει κατ’ ἀρχὴν τοὺς ὅρους «ἐπίσκοπος» καὶ «πρεσβύτερος» (Πράξ. κ’ 17.28), ὅμως αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς στὴν ἀπoστoλικὴ Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε τρίτος βαθμὸς τῆς ἱερωσύνης. Ὁ Τίτος ἐπὶ παραδείγματι ἦταν ἐπίσκοπος Κρήτης καὶ ὁ Τιμόθεος ἐκτελοῦσε ἐπισκοπικὴ διακονία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου. Σ’ αὐτὴ τὴ διακονία περιλαμβανόταν καὶ ἡ ἐγκατάσταση πρεσβυτέρων καὶ διακόνων, καὶ μάλιστα μὲ χειροτονία (Τίτ. α’ 5), μὲ τὴν ὁποία μεταδιδόταν τὸ «χάρισμα» τῆς ἱερωσύνης (Β’ Τιμ. α’ 6. Πρβλ Α’ Τιμ. ε’ 22. Πράξ. κ’ 28).

Αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν μεταγενέστερες ἀπόψεις, ἀλλὰ Γραφικὴ διδασκαλία, ὅπως τὴν κήρυξε ἡ πρωτoχριστιανικὴ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι στύλoς καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας (Α’ Τιμ. γ’ 15).

Ὁ Κλήμης, ἐπίσκοπος Ρώμης (†96), κάνει λόγο γιὰ «ἱερεῖς» καὶ «ἀρχιερεῖς» καὶ συνδέει τὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν πραγματικότητα τῆς ἁγίας Γραφῆς. «Καὶ δώσω τοὺς ἀρχοντάς σου ἐν εἰρήνῃ καὶ τοὺς ἐπισκόπους σου ἐν δικαιοσύνῃ» λέγει ὁ προφήτης (Ἡσ. ξ’ 17 κατὰ τοὺς Ο’).

Ὁ Κλήμης ἀναφέρεται στὸν στίχο αὐτὸ καὶ ὑπογραμμίζει τὶς ἰδιαίτερες λειτουργίες «τοῦ ἀρχιερέως», τῶν «ἱερέων» καὶ τῶν «λευϊτῶν», δηλαδὴ τῶν διακόνων (Κλήμ., Α’ Κόρ. 40,5. 42,3-4. 44,1-4).

Ὁ ἅγιος Ἰγvάτιoς (†107) διακρίνει τοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης καὶ ὑπογραμμίζει: «πάντες τῷ ἐπισκόπω ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ Πατρί, καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς ἀπoστόλoις τοὺς δὲ διακόνους ἐντρέπεσθε, ὡς Θεοῦ ἐντολήν… ἐκείνη βεβαῖα εὐχαριστία ἡγείσθω, ἥ ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπον οὖσα, ἤ ᾧ ἂν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ» «Ὁ λάθρα ἐπισκόπου τι πράσσων τῷ διαβόλῳ δουλεύει» (Ἰγv., Σμύρν. VIII, 1.9)

Κατὰ τὴν ἀντίληψη αὐτή, ἔξω ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο ὑπάρχουν μόνο συναθροίσεις αἱρετικῶν. Ὁ ἅγιος Πολύκαρπος (†156) ἀναφέρει πὼς ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰγνατίoυ εἶναι διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ πρώτου αἰῶνος (Πολυκ., Ἐπιστ. πρὸς Φιλ. 13).

Ὁ Ἡγήσιππος, ποὺ ἔγραψε γύρω στὸ 180 μ.Χ. καὶ διασώζει τὴν ἀπoστoλικὴ παράδοση, δίνει τὴν πληροφορία πὼς ἡ ἀπoστoλικὴ διαδοχὴ ἦταν καθολικὰ παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (Ἠγήσ., Ἀποσπ. 5, ΒΕΠ 5,85).

Τὸ ἴδιο ὑπογραμμίζει καὶ ὁ Εἰρηναῖος (†202), ὁ ὁποῖος προσθέτει πὼς πρέπει νὰ ὑπακοῦμε στoὺς ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας γιατί εἶναι διάδοχοι τῶν ἀπoστόλων καὶ ὅτι μὲ τὴ διαδοχὴ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ἔλαβαν καὶ τὸ «βέβαιο χάρισμα τῆς ἀληθείας» (Εἰρην., Κατὰ αἱρ. Γ’ 3,1. Δ\’ 26,2. Ἔλεγχος ψευδ. γv. Γ’ 3,3).

Ὁ Ἱππόλυτος (†235), μαθητὴς τοῦ Εἰρηναίου, γράφει πὼς οὐσιαστικὴ βοήθεια γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ πλάνη τῶν αἱρέσεων εἶναι «τὸ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ παραδοθὲν Ἅγιον Πνεῦμα, οὕ τυχόντες πρότεροι οἱ ἀπόστoλoι μετέδοσαν τοῖς ὀρθῶς πεπιστευκόσιν· ὧν ἡμεῖς διάδοχοι τυγχάνοντες τῆς τε αὐτῆς χάριτος μετέχοντες ἀρχιερατείας τε καὶ διδασκαλίας καὶ φρουροὶ τῆς Ἐκκλησίας λελογισμένοι οὐκ ὀφθαλμῷ νυστάζoμεν οὐδὲ λόγον ὀρθὸν σιωπῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲ πάσῃ ψυχῇ καὶ σώματι ἐργαζόμενοι κάμνομεν…» (Ἰππόλ., Ἔλεγχος, προλ., ΒΕΠ 5,199).

Μὲ ἄλλα λόγια βλέπουμε πὼς ἡ πρωτoχριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶχε πλήρη συνείδηση τῆς ἑνότητας μεταξύ τῆς ἀποστoλικῆς διαδοχῆς καὶ τῆς ἀπoστoλικῆς διδαχῆς, δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὁ Ὠριγένης (†253/254) ὑπογραμμίζει τὴ θεία προέλευση τῆς ἱερωσύνης στὴν Ἐκκλησία καὶ προσθέτει πὼς «οἱ λειτουργοὶ καὶ ἱερεῖς πρέπει νὰ ἀναδέχονται τὰ ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ» (Ὠριγ., Εἰς Λευϊτ. Υ, 3).

Ὁ Κυπριανὸς (†258) ἀναφέρει πὼς οἱ ἐπίσκοποι εἶναι «ἐκπρόσωποι καὶ διάδοχοι τῶν ἀπoστόλων» καὶ σ’ αὐτοὺς ἀναφέρεται τώρα τὸ «ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ, ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με» (Λουκ. ι’ 16)’ «ὅλα τὰ σχίσματα καὶ οἱ αἱρέσεις ποὺ ὑπῆρξαν καὶ θὰ ὑπάρξουν, προέρχονται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁρισμένοι ἄνθρωποι περιφρονοῦν μὲ θρασύτητα τὸν ἕνα ἐπίσκοπο, ὁ ὅποιος προΐσταται τῆς Ἐκκλησίας» (Κυπρ., Ἐπιστ. 66, 4-5).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκφράζει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του μὲ ἀκόμη σκληρότερη γλώσσα: «Μανία γὰρ περιφανὴς ὑπερορᾶν τῆς τοιαύτης ἀρχῆς, ἥς ἄνευ οὔτε σωτηρίας ἡμῖν οὔτε τῶν ἐπηγγελμένων τυχεῖν ἐστὶν ἀγαθῶν», δηλαδὴ εἶναι τρέλα νὰ περιφρονεῖ κανεὶς τὴν ἱερωσύνη, γιατί χωρὶς τὴν ἱερωσύνη οὔτε σωτηρία μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ, οὔτε τὰ ἀγαθὰ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε (Χρυσ., Περὶ ἱερωσ., λόγ. Γ’ 5).

Κατὰ τὸν Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ὁ Θεὸς ἐμπιστεύθηκε στοὺς ἱερεῖς «τὰ μυστήρια, τὰ ὁποῖα ἀνυψώνουν πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἀποτελοῦν τὸ μεγαλύτερο καὶ πολυτιμότερο πράγμα ἀπὸ ὅλα ὅσα διαθέτομε» (Λόγ. Β 4, Ἀπολογία περὶ τῆς φυγῆς).

Ἡ Ὀρθόδοξη λοιπὸν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων μέχρι σήμερα ἑρμηνεύει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὰ σχετικὰ ἐδάφια τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ δέχεται τὴν ἱερωσύνη καὶ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή.

Δὲν μπορεῖ νὰ συμμερισθεῖ τὴν ἄποψη τοῦ προτεσταντισμοῦ σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.

 

π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος 

Πηγή: agiazoni.gr 




Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Τὸ Ὀρθόδοξο βάπτισμα εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας - Δημήτριος Παναγόπουλος

 


 

 

Μὲ τὸ Βάπτισμα, 

 

ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται ἅγιος, 

 

ἀλλὰ δεκτικὸς ἁγιασμοῦ. 

 

Προετοιμάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ γίνει 

 

ἅγιος, καθαρὸς, κατάλληλος 

 

γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. 

 

Ἐπομένως τὸ Βάπτισμα,

 

εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας 

 

τοῦ ἀνθρώπου.

 

 

Δημήτριος Παναγόπουλος 

 Ἱεροκήρυκας 


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Μέγας Ἁγιασμός- π. Συμεών Κραγιόπουλος




Σήμερα θά πῶ λίγα λόγια γιά τόν μέγα ἁγιασμό. Γι᾿ αὐτό τό θέμα ἔχω πεῖ ὄχι μόνο παλιά, πού μιλήσαμε γιά τά πρακτικά αὐτά θέματα, ἀλλά καί παρεμπιπτόντως ἄλλες φορές καί στή θεία Λειτουργία καί τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων μπορεῖ νά εἴπαμε. Ὅμως ὁρισμένοι πιθανόν νά μήν ἔχετε ἀκούσει, γι᾿ αὐτό, παρακαλῶ, νά προσέξετε μερικά πού θά ποῦμε σύντομα-σύντομα.

{Μιά ἱστορική ἀναδρομή}
Ἔχουμε τόν μικρό ἁγιασμό, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά γίνεται πάντοτε. Συνηθίζουν οἱ χριστιανοί νά τόν κάνουν τήν πρώτη ἡμέρα τοῦ μηνός, ἀλλά καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα. Ἔχουμε καί τόν μέγα ἁγιασμό, ὁ ὁποῖος γίνεται μία φορά τόν χρόνο, τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Ὁ ἁγιασμός αὐτός, αὐτή ἡ ἀκολουθία τῆς τελέσεως τοῦ ἁγιασμοῦ, πού γίνεται τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ξεκίνησε ἀπό τό βάπτισμα. Πρίν καθιερωθεῖ ὁ νηπιοβαπτισμός, σέ ὅποιον ἤθελε νά γίνει χριστιανός, γινόταν κατήχηση, ἡ διάρκεια τῆς ὁποίας ἦταν ἀρχικά μικρή καί ἀπό τόν 2ο αἰώνα ἦταν τριετής. Ὅσοι εἶχαν κατηχηθεῖ καί ἦταν ἕτοιμοι νά βαπτιστοῦν, νά γίνουν χριστιανοί, βαπτίζονταν τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων, γι᾿ αὐτό ψάλλουμε τά Χριστούγεννα: Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε. Ἐπίσης βαπτίζονταν τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων, τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή. Σ᾿ αὐτές τίς τέσσερις γιορτές ψάλλουμε ἀντί τοῦ Ἅγιος ὁ Θεός τό Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, ἀκριβῶς διότι τότε κυρίως βαπτίζονταν οἱ κατηχούμενοι, μάλιστα ὁμαδικά.
Τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ἐπειδή ἦταν καί ἡ ἑορτή τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἔδινε ἰδιαίτερη σημασία στήν ὅλη τελετή τῆς βαπτίσεως τῶν κατηχουμένων, καί ὅσο νά ᾿ναι τήν ἡμέρα αὐτή πιό πολύ ἔνιωθαν οἱ χριστιανοί ὅτι ὁ Κύριος εἶχε ἁγιάσει τά ὕδατα. Ὄχι ἁπλῶς ἁγιαζόταν τό νερό, γιά νά βαπτιστοῦν οἱ κατηχούμενοι, ἀλλά βαπτισθείς ὁ Κύριος εἶχε ἁγιάσει ὅλα τά ὕδατα. Καί ἔτσι τήν παραμονή τό βράδυ πρός τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, πού γινόταν ἀγρυπνία, παννυχίδα, καί βαπτίζονταν οἱ κατηχούμενοι περίπου τά μεσάνυκτα, ἔδινε ἡ Ἐκκλησία ἰδιαίτερη σημασία στό νερό πού ἁγιαζόταν, γιά νά βαπτιστοῦν.

Σιγά-σιγά, ἀκριβῶς καί γιά νά τιμήσουν περισσότερο τήν ἑορτή τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, πρίν μποῦν μέσα στό βαπτιστήριο οἱ μέλλοντες νά βαπτιστοῦν –δέν εἶχαν τότε κολυμβῆθρες, ἀλλά μεγάλα βαπτιστήρια, καί ἄν δέν χωροῦσαν ὅλοι νά μποῦν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔμπαιναν καθ᾿ ὁμάδες μέσα– καθώς προηγουμένως τό ἁγίαζαν τό νερό οἱ ἱερεῖς –παρών πάντοτε καί ὁ ἐπίσκοπος– καί τό νερό αὐτό ἦταν ἁγιασμός, τό βρῆκαν καλό νά παίρνουν ἀπό τό νερό αὐτό τό ἁγιασμένο. Πρέπει νά ξέρετε ὅτι κάθε φορά πού ὁ ἱερέας βαπτίζει ἕνα παιδί, πρῶτα ἁγιάζει τό νερό. Καί ἄν θά προσέξετε, μία εὐχή πού λέγεται στό βάπτισμα εἶναι μιά ἀπό τίς κύριες εὐχές πού λέγονται στόν μέγα ἁγιασμό. Ἔπαιρναν λοιπόν οἱ χριστιανοί ἀπό τό ἁγιασμένο αὐτό νερό –γιά νά χριστοῦν μέ αὐτό, νά πιοῦν κιόλας καί νά τό πάρουν μαζί τους νά ραντίσουν τά σπίτια, τά χωράφια τους, τούς κήπους, νά ραντίσουν τά πάντα– καί μετά ἔμπαιναν οἱ κατηχούμενοι μέσα καί βαπτίζονταν. Αὐτό ἔγινε στήν ἀρχή ἔτσι δειλά-δειλά, καί σιγά-σιγά βρῆκε ἡ Ἐκκλησία ὅτι θά μποροῦσε νά γίνεται ὄχι μόνο σέ ἕνα μέρος, ἀλλά νά γίνεται σέ ὅλη τήν Ὀρθοδοξία, σέ ὅλους τούς ναούς τήν ἡμέρα αὐτή.

Ὅταν ἀργότερα καθιερώθηκε ὁ νηπιοβαπτισμός, δέν γίνονταν ὁμαδικές βαπτίσεις στίς ἑορτές πού ἀναφέραμε. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως θεώρησε καλό εἰδικά τά Θεοφάνεια, πού εἶναι ἡ ἑορτή τῆς βαπτίσεως τοῦ Κυρίου, ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς βαπτίσεως πού ἄλλοτε γινόταν νά παραμείνει ὁ ἁγιασμός τῶν ὑδάτων. Ἔτσι λοιπόν σιγά-σιγά καθιερώθηκε ξεχωριστή τελετή ἁγιασμοῦ τῶν ὑδάτων, γιά νά γίνεται ὁ ἁγιασμός τήν ἡμέρα αὐτή τῶν Θεοφανείων, πού εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ ὅλη ἀκολουθία συμπληρώθηκε ἔτσι ὅπως τήν ξέρουμε σήμερα, καί ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τόν μέγα ἁγιασμό αὐτή τήν ἡμέρα σέ ὅλους τούς ναούς, εἰδικά γιά νά ἁγιαστεῖ τό νερό, καί νά πάρουν οἱ χριστιανοί νά πιοῦν ἀπό τό ἁγιασμένο αὐτό νερό, τόν μέγα ἁγιασμό, καί νά ραντίσουν καί τά σπίτια τους.

{ Ὁ ἁγιασμός τῆς παραμονῆς καί τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων}
Καθώς περνοῦσαν ὅμως τά χρόνια καί δημιουργοῦνταν ἀνάγκες διάφορες, εἶδαν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Ἐκκλησίας ὅτι δέν ἐξυπηρετοῦνταν ὅλοι οἱ χριστιανοί, ἄν γίνεται ὁ μέγας ἁγιασμός μόνο τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Ὁ ὁποῖος μέγας ἁγιασμός κανονικά πρέπει νά γίνεται μεταξύ ὄρθρου καί θείας Λειτουργίας καί ὄχι ὅπως γίνεται τώρα μετά τή θεία Λειτουργία, πάλι γιά πρακτικούς λόγους, γιά νά ἐξυπηρετήσει ἔτσι ἡ Ἐκκλησία καλύτερα τούς πιστούς. Δέν ἦταν δυνατόν λοιπόν νά ἐξυπηρετηθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοί, ὅλοι οἱ πιστοί, μέ τό νά γίνεται ὁ μέγας ἁγιασμός μόνο ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς. Γι᾿ αὐτό ἔκαναν τόν μέγα ἁγιασμό καί τήν παραμονή. Καί πρῶτα φαίνεται στά Ἰεροσόλυμα τό ἔκαναν αὐτό, καί ὕστερα διαδόθηκε καί ἀλλοῦ.
Καί γιατί δέν ἐξυπηρετοῦνταν ὅλοι; Διότι κατά κανόνα ὁ μέγας ἁγιασμός τά Θεοφάνεια γινόταν τά μεσάνυκτα, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους δέν μποροῦσαν ὅλοι οἱ χριστιανοί νά πᾶνε στούς ναούς ἐκείνη τήν ὥρα μέσα στή νύχτα, εἴτε διότι ἦταν ἄρρωστοι εἴτε διότι ἦταν γέροντες εἴτε διότι εἶχαν κάποιο ἄλλο ἐμπόδιο· μάλιστα, καθώς εἶναι χειμώνας, συνήθως κάνει κρύο.

Κατ᾿ ἀρχήν, τό ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς γινόταν ὁ ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς μέ τή θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί ἐν συνεχείᾳ ὁ μέγας ἁγιασμός. Ὅμως σιγά-σιγά, ὅ,τι γινόταν τό ἀπόγευμα, μετατέθηκε τό πρωί τῆς παραμονῆς. Καί ἔτσι τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων πρωί-πρωί γίνεται ὁ ὄρθρος, οἱ μεγάλες ὧρες, ὁ ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς, ἡ θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί ἀμέσως μετά ὁ μέγας ἁγιασμός, γιά νά ἐξυπηρετοῦνται κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ὅλοι οἱ πιστοί.

Ἀπό αὐτό καταλαβαίνετε ὅτι ὁ μέγας ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή εἶναι ὁ ἴδιος μέ αὐτόν πού τελεῖται ἀνήμερα. Μάθετέ το λοιπόν μιά γιά πάντα, γιατί μπερδεύονται οἱ χριστιανοί. Εἶναι ὁ ἴδιος ἀκριβῶς, ἄσχετα ἄν τήν παραμονή, σύμφωνα μέ τό τυπικό, κάποια εὐχή δέν ἀκούγεται, ἀλλά τή λέει ὁ ἱερέας μυστικῶς. Ἡ ὅλη λοιπόν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ ὅπως γίνεται τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ἔτσι γίνεται καί τήν παραμονή, καί εἶναι ὁ ἴδιος ἁγιασμός. Ἑπομένως, αὐτά τά ἐρωτήματα «ποιός πίνεται καί ποιός δέν πίνεται, μέ ποιόν ραντίζουν καί μέ ποιόν δέν ραντίζουν», δέν στέκονται. Καί ἑπομένως καί μέ τόν ἕναν ἁγιασμό καί μέ τόν ἄλλο ραντίζουν καί ἐπίσης πίνονται καί οἱ δύο. Νά τό ξέρετε αὐτό.

{ Μποροῦν οἱ χριστιανοί νά κρατοῦν μέγα ἁγιασμό στό σπίτι τους;}
Νά ποῦμε ἐπίσης καί τό ἑξῆς: Ὅπως βλέπουμε, ἀφοῦ κάνει ὁ ἱερέας τόν ἁγιασμό, ραντίζει τόν ναό καί ἑπομένως πέφτει καί κάτω. Ὄχι μόνο πέφτει κάτω μέσα στόν ναό ἐκείνη τήν ὥρα, ἀλλά καί στά σπίτια, πού θά πάει ὁ ἱερέας νά τά ραντίσει, καί στά χωράφια, πού οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοί θά ραντίσουν, θά πέσει κάτω· ἀλλά καί παντοῦ θά πέσει καί θά ἁγιάσει τά πάντα. Ὅμως, ἄλλο εἶναι αὐτό, καί ἄλλο εἶναι πού, ὅταν τελειώσει ἡ ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ, χυμοῦν οἱ χριστιανοί ἐκεῖ πού εἶναι ἡ δεξαμενούλα, γιά νά πάρουν ἁγιασμό, καί δέν προσέχουν καί τόν χύνουν κάτω. Αὐτό εἶναι ἀνευλάβεια, εἶναι ἀσέβεια. Ἀλλά ὄχι ὅμως μήν τυχόν καί πέσει καμιά σταγόνα κάτω, ἀφοῦ εἶναι ἁγιασμός, γιά νά ραντιστοῦν τά πάντα καί νά ἁγιαστοῦν τά πάντα.

Ἐπίσης, κατ᾿ ἀρχήν καί κανονικά μποροῦν οἱ χριστιανοί νά κρατοῦν μέγα ἁγιασμό στό σπίτι. Ὅμως μή βιαστεῖτε νά τό χαρεῖτε· προτιμότερο εἶναι νά μήν κρατοῦν. Καί οἱ ἱερεῖς πάντοτε συμβουλεύουν, πρέπει νά συμβουλεύουν νά μήν κρατοῦν οἱ χριστιανοί μέγα ἁγιασμό στό σπίτι. Μποροῦν καί τή μιά ἡμέρα καί τήν ἄλλη ἡμέρα νά πιοῦν καί νά ραντίσουν. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὅλες τίς ἡμέρες πού εἶναι τά μεθέορτα –διότι ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανείων ἑορτάζεται, ὅπως καί ἄλλες μεγάλες γιορτές, ὀκτώ ἡμέρες– θά μποροῦσαν καί νά πίνουν καί νά ραντίζουν. Ὅμως μετά νά μήν κρατήσουν. Ἄν τούς περισσεύσει ἁγιασμός, εἶναι καλύτερα νά τόν πᾶνε στόν ναό πάλι. Γιά ποιό λόγο; Διότι εἶναι ἐνδεχόμενο νά ξεχάσουν ποῦ τόν ἔβαλαν, καί νά πεταχτεῖ. «Μά, θά τόν βάλω στό εἰκονοστάσι», θά πεῖτε. Τόν ἔβαλες ἐσύ, ἀλλά κάποιος μέσα στό σπίτι μπορεῖ κατά λάθος νά πετάξει τόν ἁγιασμό στά σκουπίδια ἤ νά τόν ρίξει στόν νιπτήρα. Συνέβησαν πολλά τέτοια, καί δέν εἶναι καλό αὐτό. Εἶναι μιά ἀνευλάβεια. Καλό εἶναι λοιπόν νά μήν ἔχει κανείς μέγα ἁγιασμό στό σπίτι. Ὅταν κάποιος χρειάζεται, ὅταν εἶναι ἀνάγκη, θά πάει στήν ἐκκλησία. Ὅλες οἱ ἐκκλησίες ἔχουν μεγάλο ἁγιασμό καί δίνουν. Μάλιστα πολλές φορές πάει κανείς Χριστούγεννα νά κοινωνήσει, καί ἐπειδή γιά κάποιους λόγους ἔχει κώλυμα νά κοινωνήσει, ὁ πνευματικός τόν συμβουλεύει: «Πήγαινε τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων καί ζήτησε μέγα ἁγιασμό ἀπό τόν ἱερέα». Καί ὁ ἱερέας ἔχει μέγα ἁγιασμό ἀπό τήν προηγούμενη χρονιά καί δίνει.

{Ἕνα ζωντανό θαῦμα}
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή θά ἤθελα ἀκόμη μιά φορά νά πῶ, καίτοι τό ξέρουμε ὅλοι, ὅτι καί ὁ μικρός ἁγιασμός ἀλλά ἰδιαίτερα ὁ μέγας ἁγιασμός εἶναι καί ἕνα ζωντανό θαῦμα μέσα στήν Ἐκκλησία. Διότι αὐτό τό ἁγιασμένο νερό διατηρεῖται ἕναν χρόνο, δύο, τρία, τέσσερα χρόνια. Τά λένε καί οἱ πατέρες αὐτά, ἰδιαίτερα ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀλλά καί ὁ καθένας μπορεῖ νά δοκιμάσει. Ἄς βάλει σέ ἕνα μπουκάλι ἀπό τόν μέγα ἁγιασμό καί σέ ἕνα ἄλλο νερό ἀπό τή βρύση. Ὕστερα ἀπό λίγο καιρό αὐτό τῆς βρύσης θά ἔχει χαλάσει, ἐνῶ τό ἄλλο δέν χαλάει. Δέν ἔχει τίποτε ὁ βασιλικός πού χρησιμοποιοῦμε οὔτε βάζουμε ἁλάτι ἐμεῖς, ὅπως οἱ καθολικοί, πού βάζουν ἁλάτι στόν ἁγιασμό τους, γιά νά συντηρηθεῖ. Ἅμα τόν ἁγιασμό τόν κάνει ὀρθόδοξος ἱερέας, ὅ,τι καί νά εἶναι αὐτός ὁ ἱερέας, ὁ ἁγιασμός διατηρεῖται.

{Νηστεία – μέγας ἁγιασμός}
Ἕνα ἀκόμη καί νά τελειώσω. Ὅπως ξέρετε, τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων προβλέπεται αὐστηρή νηστεία· οὔτε λάδι καταλύεται, ἐκτός ἐάν ἡ παραμονή πέσει Σάββατο ἤ Κυριακή. Τό Σάββατο καί τήν Κυριακή δέν ἔχουμε ποτέ νηστεία ἀπό λάδι. Ἐκτός ἀπό τό Μέγα Σάββατο πού δέν καταλύεται λάδι, ὅλα τά ἄλλα Σάββατα τρώγεται λάδι. Τήν Κυριακή βέβαια τρώγεται πάντοτε λάδι.

Οἱ χριστιανοί ὅλοι λίγο πολύ ἔχουν συνδέσει τή νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων μέ τόν μέγα ἁγιασμό. Νομίζουν ὅτι νηστεύουμε, γιά νά πάρουμε τόν μέγα ἁγιασμό. Ὅμως δέν εἶναι αὐτό. Δέν νηστεύουμε γιά νά πάρουμε τόν μέγα ἁγιασμό.
Ὅπως εἶπα καί ἄλλη φορά, γιά τή θεία Κοινωνία δέν ὑπάρχει κανένας κανόνας πού νά λέει ὅτι θά νηστέψουμε τήν προηγούμενη ἡμέρα, γιά νά κοινωνήσουμε. Μή σπεύσει ὅμως κανείς καί πεῖ: «Ἄ, ἔτσι εἶναι; Ἑπομένως, θά τρώω τό Σάββατο τό βράδυ κρέας καί θά πηγαίνω τήν Κυριακή νά κοινωνήσω». Ὄχι. Δέν κάνουν λόγο οἱ κανόνες γιά νηστεία, ἀλλά γιατί; Διότι τότε κοινωνοῦσαν τέσσερις φορές τήν ἑβδομάδα. Ἄν νήστευαν, γιά νά κοινωνήσουν, συνεχῶς θά νήστευαν. Τώρα ὅμως ἐμεῖς, πού γιά διαφόρους λόγους μόλις καί μετά βίας κοινωνοῦμε μερικές φορές τόν χρόνο, νά μή νηστέψουμε καί λίγο; Δέν κάνουμε ἄλλα πράγματα· νά μήν κάνουμε τουλάχιστον αὐτό; Ἑπομένως, δέν μποροῦμε νά παραβλέψουμε τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι, προκειμένου νά κοινωνήσουμε, θά νηστέψουμε. Ἀφοῦ λοιπόν σύμφωνα μέ τούς κανόνες πρίν ἀπό τή θεία Κοινωνία δέν ὑπάρχει νηστεία, πόσο μᾶλλον πρίν ἀπό τόν μέγα ἁγιασμό.

Ἡ νηστεία ἑπομένως τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων δέν εἶναι γιά νά πιοῦμε τόν μέγα ἁγιασμό. Ἡ νηστεία εἶναι γιά τή δεσποτική γιορτή. Ἀπό αὐτό καταλαβαίνετε ὅτι καί τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων ἔχουμε ἐπίσης αὐστηρή νηστεία. Δέν λένε βέβαια τά βιβλία τίποτε. Τί νά ποῦν, ἀφοῦ εἶναι Σαρακοστή; Μήν κοιτᾶτε ἔτσι πού τά πήραμε ἐμεῖς τώρα τά πράγματα καί δέν τηροῦμε τίς νηστεῖες. Θά λέγαμε, τήν τελευταία ἑβδομάδα πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα ἤ τουλάχιστον τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων πρέπει οἱ χριστιανοί νά κάνουν αὐστηρή νηστεία γιά τή γιορτή. Δέν νοεῖται νά ἑτοιμαζόμαστε νά γιορτάσουμε μιά μεγάλη γιορτή, δεσποτική γιορτή, χωρίς λίγο νά τό καταλάβουμε καί ἀπό πλευρᾶς νηστείας. Νηστεύουμε λοιπόν τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων γιά τή γιορτή τή δεσποτική, γιά τή μεγάλη αὐτή γιορτή τῶν Θεοφανείων. Νά ποῦμε ἐπίσης ὅτι πρῶτα κοινωνοῦμε, ὅσοι θά κοινωνήσουμε, ἔπειτα πίνουμε τόν μέγα ἁγιασμό καί ὕστερα τρῶμε τό ἀντίδωρο.
Αὐτά ἔτσι σύντομα-σύντομα γιά τόν μέγα ἁγιασμό. Παρακαλῶ, ἔχετέ τα ὑπ᾿ ὄψιν καί νά διαφωτίζετε πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα καί ἄλλους, πού τυχόν δέν ξέρουν ἤ μπορεῖ νά σᾶς ρωτήσουν.

 π. Συμεών Κραγιόπουλος

20-1-1985
* Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Συνάξεις Δωδεκαημέρου Β΄ ἔκδ.»

Πηγή: agia-triada-panorama.gr