«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Ἰησοῦς Χριστός (Ἰωάν. ιστ΄33).

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ἡ Χριστιανική Λογοτεχνία μᾶς μιλᾶ γιά τήν Χαρά τοῦ Κυρίου καί τήν αἰωνιότητα τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ - Π.Μ. Σωτῆρχος

* Τέλος ἀπό τόν Ἅγιο Ἀθηναγόρα γίνεται λόγος γιά τήν «ἐθνική ποίηση», δηλαδή τήν εἰδωλολατρική, πού εἶναι ὀλέθρια γιά τούς Χριστιανούς. Καί δέν διαφωνοῦμε καθόλου σ' αὐτό τό σημεῖο ἤ τουλάχιστον στό μέγα μέρος αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως γιά τά προχριστιανικά γράμματα. 

Ἡ εἰδωλολατρική λογοτεχνία μιλᾶ γιά τήν ὑλική εὐτυχία καί ἀπόλαυση τοῦ κόσμου τούτου, μιλᾶ γιά τήν χαρά τῆς ἡδονῆς, ἐνῶ ἡ Χριστιανική Λογοτεχνία, χωρίς νά περιφρονῆ τόν κόσμο, ἀφοῦ εἶναι δημιούργημα Θεοῦ, μᾶς μιλᾶ γιά τήν «χαρά τοῦ Κυρίου» καί τήν αἰωνιότητα τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 

Γιατί ὁ Χριστιανός χαίρεται περισσότερο ἀπό τόν ἀρνητή τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἔχει βρεῖ τόν ἀληθινό κώδικα τῆς χαρᾶς καί μπορεῖ ἀπό αὐτήν κιόλας τήν ζωή νά τόν χρησιμοποιῆ καί στόν βίο του καί μέσα στήν τέχνη τοῦ γραπτοῦ λόγου. 

Εἶναι ἡ χαρά τοῦ Κυρίου, πού ὑπερκαλύπτει ἀπό τώρα τόν κόσμο ὅλο. Ἀρκεῖ νά ἐλευθερωθεῖ κανείς ἀπό τίς ψεύτικες χαρές γιά νά βρεῖ τίς ἀληθινές. Καί πρός αὐτές τίς ἀληθινές χαρές ἔχει στραμμένα τά μάτια καί τήν ψυχή της ἡ Χριστιανική Λογοτεχνία.

Π.Μ. Σωτῆρχος 


Πηγή: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ, Π.Μ. Σωτήρχου, «Ἁρμός», σελ. 194-195. 

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Ἡ ἡθική εὐαισθησία εἶναι δείγμα πνευματικῆς ὑγείας - Π.Μ. Σωτῆρχος

   * Ἰουστῖνος. Στήν Α' «Ἀπολογία» του (25,3 ἤ Ε.Π. 6, 368) γράφει μεταξύ ἄλλων: «νιώθουμε λύπη γιά ἐκείνους, πού πιστεύουν στά ποιήματα. Ἐμεῖς ὅμως ξέρουμε ὅτι οἱ δημιουργοί τους εἶναι δαίμονες». 

Διορθώνοντας κάπως αὐτήν τήν ἄποψη θά πῆ στήν ἴδια (Α') «Ἀπολογία» του (54,1 ἤ Ε.Π. 6, 408) ὅτι οἱ ποιητές μπορεῖ νά μήν εἶναι οἱ ἴδιοι δαίμονες, ἀλλά σίγουρα οἱ κακοί δαίμονες τούς ὤθησαν στήν συγγραφή τῶν ἔργων τους «ἀποδεικνύουμε ὅτι ἔχουν ἐκφρασθεῖ μέ τήν βοήθεια τῶν κακῶν δαιμόνων μέ σκοπό νά ἐξαπατήσουν τό ἀνθρώπινο γένος καί νά τό ἀπομακρύνουν (ἀπό τόν σωστό δρόμο)».

   * Μιά δεύτερη παρατήρηση ἀναφέρεται στήν ἠθική ἀντίδραση τοῦ Λουκιανοῦ, πού μολονότι καί ὁ ἴδιος ἦταν λογοτέχνης καί μάλιστα ποιητής, ἐξανίσταται γιά τήν ἀνηθικότητα, τήν ἀσέβεια καί τήν ἀπιστία τῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων ποιητῶν καί ἀπορρίπτει αὐτήν τήν μορφή τῆς τέχνης -τῆς ἄθεης ποίησης θά λέγαμε σήμερα- γιατί ἀντί νά βελτιώνη τόν ἀναγνώστη πνευματικά τόν κάνει χειρότερο, ἀφοῦ γκρεμίζει μέσα του τήν πίστη καί τό σέβας πρός τήν θεότητα.

Καί αὐτό εἶναι ἕνα δεύτερο θεμελιακό κριτήριο τῆς Χριστιανικῆς Λογοτεχνίας, πού προσπαθεῖ μέ τόν λόγο της νά βοηθήση καί ὄχι νά διαφθείρη τόν ἀναγνώστη. 

Δέν τόν ρίχνει στή σύγχυση καί τήν ἀμφιβολία, δέν κλονίζει μέσα του τά πνευματικά στηρίγματα - στά ὁποῖα πρῶτο εἶναι ἡ πίστη στόν Θεό - οὔτε τόν βυθίζει στήν ψευτιά, στήν ἀπελπισία καί τόν μηδενισμόν, ὅπως κάνουν τά σύγχρονα ρεύματα τῶν ἰδεολογιῶν, ὅπως ὁ φροϋδισμός, ὁ ὑλισμός, ὁ μηδενισμός καί ὅλοι οἱ ἄλλοι «ἰσμοί» τῶν τελευταίων αἰώνων. 

   Ἡ ἡθική εὐαισθησία τῶν ἀρχαίων, πού πολέμησαν τόν λογοτεχνικό λόγο σάν ἐπικίνδυνο γιά τήν ζωή καί τήν πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ θετικό στοιχεῖο καί θά λέγαμε ὅτι εἶναι δεῖγμα πνευματικῆς ὑγείας. 

Κάτι ἀνάλογο ὑποστηρίζουν καί οἱ Χριστιανοί Κριτικοί γιά τήν ἄθεη φιλολογία τῶν ἡμερῶν μας καί τήν καταπολεμοῦν καί προβάλλουν τήν ἀνάγκη σεβασμοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν διαιώνιων ἀξιῶν τῆς Πίστεως καί τῆς Θεοσέβειας.

Ἡ δημιουργία καί ἡ ἀνάπτυξις τῶν Χριστιανικῶν Γραμμάτων σήμερα εἶναι ἡ ἀντίρροπη ἀκριβῶς τάση στήν λογοτεχνία μας, πού θέλει νά ἐλευθερωθῆ ἀπό τήν ἀκολασία τῶν ἀντιπνευματικῶν αὐτῶν ἐναγκαλισμῶν. 

Εἶναι ἡ ἀντίσταση τῆς πνευματικῆς παραδόσεως τοῦ Γένους μας, πού ζητᾶ τήν δική του αὐθεντική φωνή.     
Π.Μ. Σωτῆρχος

Πηγή: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ, Π.Μ. Σωτήρχου, «Ἁρμός», σελ. 190-192 (2 ἀποσπάσματα).

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Ὁ Χριστιανός ποιητής - Π.Μ. Σωτῆρχος

Πρίν ἀπ' ὅλα ὁ Χριστιανός ποιητής εἶναι πιστός στό Χριστό, μέ μιά αὐξανόμενη πίστη, πού προάγεται βῆμα-βῆμα καί βιωματικά μέσα στό καμίνι τῆς μετανοίας καί τῆς καθάρσεώς του καί προσπαθεῖ νά ἀλλάξη τόν ἑαυτό του καί νά τόν κάνη πιό δεκτικό τοῦ Ἐλέους καί τῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου.

Συνεπῶς, βαδίζει τήν «στενήν καί τεθλιμμένην ὁδόν» τοῦ προσωπικοῦ ἀγῶνος γιά τήν σωτηρία.  Γι' αὐτόν εἶναι κανόνας τό «ἰατρέ θεράπευσον σεαυτόν». 

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό του εἶναι ἡ ταπείνωση καί ὁ λόγος του ἀναδύεται σάν τόν δαβιτικό ψαλμό: «Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς Σέ». (Ὁ Δαβίδ θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ σάν ἕνας ποιητής - πρότυπο κι ἄς ἔζησε ἀρκετούς αἰῶνες πρίν τήν ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου).

Ὁ Χριστιανός ποιητής εἶναι νηπτικός (ἔχει δηλαδή συνεχῆ νήψη) καί ἐλέγχει τούς λογισμούς συνεχῶς σέ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, τόν «Πατέρα τῶν φώτων», ἀπό τόν ὁποῖον κατέρχονται ὅλα τά «τέλεια δωρήματα» κατά τήν φράση τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀνάμεσα στά ὁποῖα εἶναι καί ἡ ἀληθινή ποιητική δωρεά.

Κι ἐδῶ φαίνεται ἀκόμα πιό καθαρά ὁ διακονικός χαρακτήρας τῆς Χριστιανικῆς Ποιήσεως. Βέβαια αὐτή δίνει, τό κατά δύναμιν, τήν φωνή, πού ἐγγίζει καί κοινωνεῖ μέ τίς ἄλλες ψυχές, ὅπως ὁ ἔμπειρος ὀρειβάτης ἐξηγεῖ τήν ἐμπειρία του στούς νεώτερους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κάνει τίς δικές του ἀναβάσεις.
 
Π.Μ. Σωτῆρχος

Πηγή: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ, Π.Μ. Σωτήρχου, «Ἁρμός», σελ. 128.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Καλὴ ἢ κακὴ χρήση τῶν ταλάντων - Π.Μ. Σωτῆρχος

Ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν ἴδρυσή Της, βρέθηκε μπροστὰ στὴν διαμορφωμένη τέχνη, τὴν προχριστιανική, ποὺ ἀσφαλῶς ἦταν βουτηγμένη στὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς δαιμονικὲς καταδυναστεύσεις σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς ζωῆς, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. 

Ἐδῶ ἡ προσπάθειά μας ἀποβλέπει στὴν ὑπεράσπιση τῆς Χριστιανικῆς Λογοτεχνίας ἀπὸ τὶς ἀμφισβητήσεις. Γιατί, ἂν ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νὰ μετακινήσει ὄρη ὅταν ἔχει πίστη, ἔστω καὶ ὅσον ἕνα κουκούτσι σιναπιοῦ, ξαναρωτῶ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ γράψη ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργον, ὅταν ἔχει βεβαίως τὸ ταλέντο καὶ τὴν ἰκανότητα νὰ ἐκφράση τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, ποὺ τὸν φωτίζει ἡ πίστη αὐτή; 

Κι ἀφοῦ ἀναφερθήκαμε στὸ ταλέντο, δὲν μποροῦμε νὰ μὴ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἱκανότητες, ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ κάποτε θὰ ζητήση ἀπολογισμὸ γιὰ τὴν καλὴ ἢ κακὴ χρήση τους. 

Ἕνα χάρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ τὸ λογοτεχνικὸ ταλέντο καὶ ὅσοι τὸ ἔχουν πρέπει νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν δημιουργικά, πρὸς δόξαν τοῦ Δωρεοδότου Θεοῦ καὶ ὠφέλεια πνευματικὴ τῶν ἀνθρώπων, διότι κάποτε θὰ πρέπει νὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ τὴν χρήση αὐτοῦ τοῦ ταλέντου. 

Π.Μ. Σωτῆρχος

Πηγή: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ, Π.Μ. Σωτήρχου, «Ἁρμός», σελ. 95.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Kυριακή ΣΤ' Ματθαίου - Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ


Εὐαγγέλιον κατὰ Ματθαῖον θ' 1-8

1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.  

2 Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.  

3 καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ.  

4 καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;  

τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;  

ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας -– τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.  

7 καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.  

8 ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις. 

Πηγή: Καινή Διαθήκη, σελ. 35

  ...Ὅποιος ἔχει πνευματικὸ αἰσθητήριο καταλαβαίνει, τί σημαίνει ὁ λόγος ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, «Σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» (Ματθ. 9, 2). Τρομερὸς λόγος. Ποιός μπορεῖ νὰ τὸν πῇ;  Ποιός μπορεῖ νὰ σηκώσῃ τὰ βουνὰ τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ πλακώνουν τὴν ψυχή, καὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; 

Μόνο ὁ Θεὸς ἢ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν ἐξουσία, ὅπως εἶνε οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας. 

Ἀλλ' ἐπειδὴ τὸ «Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» εἶνε κάτι πνευματικό, ποὺ συμβαίνει ἀοράτως μέσα στὴν ψυχὴ καὶ δὲν φαίνεται ἐξωτερικῶς μὲ τὰ σωματικὰ μάτια, οἱ γραμματεῖς τὸ θεώρησαν σὰν ἕνα εὔκολο λόγο. Ἐπειδὴ δὲν εἶχαν πνευματικὰ μάτια νὰ διακρίνουν τὶς οὐράνιες πραγματικότητες, ἀλλὰ ἐπηρεάζονταν ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς αἰσθήσεις, γι' αὐτὸ μέσα στὴ σκέψι τους ἔκαναν τὸ λάθος, νὰ θεωροῦν τὸ ὕψιστο αὐτὸ θαῦμα, τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν, ὡς μικρό, καὶ τὸ ἄλλο τὸ μικρότερο θαῦμα, τὴ θεραπεία τοῦ σώματος, ὡς μεγάλο. 

Καὶ τότε ὁ Χριστός, συγκαταβαίνοντας στὴν ἀδυναμία τους, εἶπε τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ εἶχαν τὸ ἐξῆς νόημα. Γιὰ μένα μικρὸ θαῦμα εἶνε ἡ θεραπεία τοῦ σώματος, καὶ μεγάλο θαῦμα εἶνε ἡ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν. 

Διότι ἡ θεραπεία τοῦ σώματος εἶνε γιὰ λίγο χρόνο, ἀφοῦ τελικῶς ὅλοι μιὰ μέρα πεθαίνουν, ἐνῷ ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς μὲ τὴ συγχώρησι τῶν ἁμαρτημάτων εἶνε γιὰ τὴν αἰωνιότητα, γιὰ πάντα δηλαδή...
   
     ...Μικρὰ ἢ μεγάλα θαύματα, αἰσθητὰ ἢ νοητά, ὅλα δείχνουν, ὅτι ὐπάρχει Θεὸς ἀληθινός, ποὺ κάνει φανερὰ τὴν παρουσία του στὸ κάθε τι. Δὲν ἐγκατέλειψε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο. Ὥρισε βέβαια τοὺς φυσικοὺς νόμους, γιὰ νὰ λειτουργοῦν ὅλα μὲ τάξι καὶ ἀκρίβεια. 

Ἀλλ' ὅταν παρουσιασθῇ κάτι ἔκτακτο, εἶνε ἕτοιμος νὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειαν τῶν παιδιῶν του. Καὶ ἂν χρειασθῇ, ἔχει τὴ δύναμι καὶ τοὺς φυσικοὺς νόμους νὰ παραμερίσῃ καὶ νὰ θαυματουργήσῃ πρὸς σωτηρίαν τους.  

Ὅταν ὅλες οἱ ἄλλες πόρτες κλείνουν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀδυνατοῦν νὰ συμπαρασταθοῦν, ὅταν καὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι στέκουν ἀνίκανοι νὰ προσφέρουν βοήθεια, ὅταν οὶ γιατροὶ σηκώνουν κι αὐτοὶ ψηλὰ τὰ χέρια καὶ δηλώνουν ἀδυναμία νὰ θεραπεύσουν, τότε ἔχει τὸ λόγο ὁ Θεός. 

Γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ δὲν εἶνε τιποτε ἀκατόρθωτο.  Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ πίστι. Τότε ἡ προσευχὴ τοῦ πιστοῦ εἰσακούεται, ὅπως εἰσακουόταν ἡ προσευχὴ τοῦ προφήτου Ἠλία, ποὺ ἄλλοτε ἔκλεινε τὸν οὐρανὸ νὰ μὴ βρέχῃ κι ἄλλοτε τὸν ἄνοιγε καὶ ἔβρεχε.
     Τὰ ἀληθινὰ θαύματα φέρουν ὅλα τὴ σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπου ἐνεργεῖ ὁ Θεός, ἡ κάθε ἐνέργειά του εἶνε θαυμαστή...

Ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Πηγή: Κυριακή, Έπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτου, σελ. 112 & 114,  (2 ἀποσπάσματα).

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Πῶς γράφει ὁ Χριστιανός ποιητής καί πῶς ὁ κοσμικός ποιητής; - Π.Μ. Σωτῆρχος

   Πῶς γράφει ὁ Χριστιανός ποιητής; Εἶναι ἕνα ἀπό τά πρῶτα ἐρωτήματα, πού μπορεῖ νά κάνη ὁ καλός ἀναγνώστης. Γιατί, ἀφοῦ γράφει ἕνα ἄλλο εἶδος λόγου, ἀσφαλῶς θά ἀκολουθῆ καί ἕνα ἄλλο εἶδος γραφῆς. 

Ὁ κοσμικός, δηλαδή ὁ μή Χριστιανός ποιητής, ὅταν γράφη βουτᾶ τήν πέννα μέσα στό μυαλό του, στήν σκέψη του καί τήν ἰδεολογία του καί φτερώνει τόν λόγο του μέ τήν φαντασία καί τό παιχνίδι τῶν λέξεων. Διαλέγει φανταχτερούς συνδυασμούς καί προσπαθεῖ νά ἐντυπωσιάση. 

Δέν πράττει ὅμως τό ἴδιο καί ὁ Χριστιανός ποιητής, πού ξεκινᾶ πάντα μέ τήν προσοχή του στραμμένη στόν Χριστόν, ὅσο μπορεῖ νά Τόν καθρεφτίση μέσα του. Αὐτή εἶναι ἡ μυστική του ἀφετηρία. Τό πρῶτο βῆμα, ἡ πρώτη κίνηση, ἀλλά καί ὁ κυρίαρχος πυρήνας τῆς δημιουργίας του, ἔστω κι' ἄν δέν πρόκειται νά μιλήση γιά τόν Χριστό. Μέσα του «τὰ πάντα ἐν πᾶσι Χριστός».

Νοιώθει αὐτό, πού ἔνοιωσε κάι ὁ θεοφώτιστος ποιητής τοῦ «Ἀκαθίστου Ὕμνου» καί ἔγραψε ὡς πρῶτο λόγο του: «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος». Νά ὁ κανόνας γραφῆς καί δημιουργίας γιά τόν Χριστιανό ποιητή. 

Αὐτός βουτᾶ τήν πέννα του μέσα στήν καρδιά του καί τήν βιωμένη πίστη του, γιατί αὐτή εἶναι ἡ πηγή τῆς ἔμπνευσής του. Ἀπό τήν καρδιά του ἀναβλύζουν ἐμπειρίες καί τά βιώματα, ὅπως ἀκριβῶς καί στούς Ἁγίους Πατέρες, πού μιλοῦσαν καί μαρτυροῦσαν μονάχα γιά ὅσα ἔζησαν καί ἔπαθαν οἱ ἴδιοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 

Ἔτσι καί ὁ Χριστιανός ποιητής μαρτυρεῖ καί ἐπιμαρτυρεῖ καί ἐκφράζει τήν δική του γνώση καί γεύση, τήν δική του ἐσωτερική περιπέτεια, καί ὄχι αὐτά πού διάβασε ἤ σκέφτηκε ἤ τά θεωρεῖ καλά καί διδακτικά γιά τούς ἄλλους. 

Γι' αὐτό καί ὁ Χριστιανός ποιητής πρέπει νά δίνει μέ τόν λόγο του τήν γνησιότητα τῆς προσωπικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς του, που εἶναι ἡ ἁγιότητα. Ἀπό αὐτήν τήν γνησιότητα διαμορφώνεται καί τό προσωπικό «στύλ», ὁ ἰδιαίτερος τρόπος γραφῆς τοῦ κάθε δημιουργοῦ. 

Π.Μ. Σωτῆρχος

Πηγή: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ, Π.Μ. Σωτήρχου, «Ἁρμός», σελ. 141-143.

 

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Χριστιανική Ποίηση - Π.Μ. Σωτῆρχος

   Κάποτε σημειώσαμε, σέ κριτικό κείμενό μας, ὅτι τό πιό ἀντικειμενικό κριτήριο καί ἀναντίρρητο, γιά τό ἄν ἕνα βιβλίο εἶναι ὀρθόδοξο ἤ ὄχι, εἴχαμε πεῖ ὅτι εἶναι ἀνάλογο μέ τό πόσο τό βιβλίο αὐτό μᾶς θυμίζει τό Εὐαγγέλιο καί ἄν μᾶς ὁδηγῆ σ' αὐτό. 

Ἔτσι καί γιά τήν Χριστιανική Ποίηση θά μποροῦσε νά λεχθῆ ὅτι εἶναι ἀληθινή καί γνήσια στό μέτρο, πού ξυπνᾶ μέσα μας τό βίωμα τῆς πίστεως στόν Χριστό καί μᾶς ὁδηγεῖ στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Δέν εἶναι σχηματικό τό κριτήριο αὐτό, οὔτε καί ἔχει τήν ἔννοια τῆς στρατευμένης τέχνης. 

Εἶναι τό πνευματικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀληθινῆς τέχνης τῆς Χριστιανικῆς, πού δέν ὁδηγεῖ μόνο στήν «αἰσθητικήν ἀπόλαυσιν», ἀλλά καί στίς μυστικές διεργασίες, πού ξυπνοῦν τήν ψυχή ἀπό τήν κοσμική νάρκωση καί τήν δυναμώνουν γιά ὑψηλότερα πετάγματα, πνευματικές ἀναβάσεις ἐν Κυρίῳ. 

Π.Μ. Σωτῆρχος 

Πηγή: Ὁ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ, Π.Μ. Σωτήρχου, «Ἁρμός», σελ. 139-140.